Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Sydney Pollack (1934-2008)


Στα 74 του χρόνια, ο Sydney Pollack άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Los Angeles έχοντας δίπλα συγγενείς και φίλους, χάνοντας τη μάχη με το καρκίνο. Έχοντας κάνει σπουδαίες ταινίες κυρίως στις δεκαετίες του 70 και του 80 ταύτισε το όνομα του με την ομάδα των σκηνοθετών που κατέκτησε εκείνο το διάστημα το Hollywood (Spielberg, Coppola, Scorsese).
Η πρώτη του επιτυχία ήταν το They Shoot Horses, don't they? το 1969 την οποία και ακολούθησε μια σειρά από γνωστά φιλμ όπως Jeremiah Johnson (1972), Three Days of the Condor (1975), Tootsie (1982), Havana (1990) και Firm (1993). Η πιο μεγάλη στιγμή του ήταν αναμφίβολα το Out of Africa (1985) που προτάθηκε για 11 Oscar και κέρδισε τελικά 7. Η τελευταία του ταινία ήταν το Interpreter το 2005.

R.I.P.

Cannes 2008 - Τα βραβεία



Χρυσός Φοίνικας : Entre Les Murs (Laurent Cantet)



Μεγα Βραβείο της επιτροπής : Gomorra (Matteo Garrone)

Καλύτερη σκηνοθεσία : Three Monkeys (Nuri Bilge Ceylan)

Βραβείο της επιτροπής : Il Divo (Paolo Sorrentino)

Ανδρική ερμηνεία : Benicio Del Toro (Che )

Γυναικεία Ερμηνεία :
Sandra Corveloni (Linha de passe)

Σενάριο : Le Silece de Lorna (Jean-Pierre & Luc Dardenne)

Χρυσή Κάμερα : Hunger (Steve McQueen)

Βραβείο Un Certain Regard : Tulpan (Sergey Dvortsevoy)


3o Crash Fest





3ο CRASH FEST

Φεστιβάλ Σπουδαστικών και Νεανικών Ταινιών

22-23-24 Μαίου 2008

Στη τελετή λήξης και απονομής των βραβείων του 3ου CRASHFEST, που έγινε το Σάββατο 24 Μαίου στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τελετάρχης ήταν ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο οποίος προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να παρουσιάσει την εκδήλωση, την οποία κάλυψαν μουσικά ο Ηλίας Ζάικος και οι Blues Wire.

ΒΡΑΒΕΙΑΔιαγωνιστικού Τμήματος

H Κριτική Επιτροπή του 3ου CrashFest που απαρτίζουν οι:

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ-Σκηνοθέτις

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ-Στιχουργός -Συνθέτης

ΒΑΡΒΑΡΑ ΔΟΥΚΑ-Σκηνοθέτις Θεάτρου

ΛΑΛΗ ΚΟΝΤΟΘΕΟΔΩΡΟΥ-Σεναριογράφος

ΑΡΓΥΡΗΣ ΘΕΟΣ-Διευθυντής Φωτογραφίας

ΕΛΕΝΗ ΑΤΣΙΚΜΠΑΣΙΣ-Παραγωγός

ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΓΙΑΣ-Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής Α.Π.Θ.

απένειμε τα εξής βραβεία:Τα βραβεία:

Εύφημη μνεία απονέμεται

- Στον Θωμά Διάφα για την καινοτομία της ταινίας του «Μάνα»-

Στους Μιχάλη Γκατζόγια και Νίκο Γκούλιο για την ευαισθησία του θέματος στο ντοκυμανταίρ «Κορώνεια»-

Στον Τάσο Κικίδη για την φωτογραφία στην ταινία «Deadline»-

Στον Milos Jovanovitch για την ταινία «…gotas…(…raindrops)»


11. Καλύτερης σκηνογραφικής/ενδυματολογικής επιμέλειας απονέμεται στην Κατερίνα Καρυπίδου για την ταινία «Peek a Boo»

10. Καλύτερης ηχητικής μπάντας απονέμεται στον Θεόφιλο Καλαϊτζίδη για την ταινία «Deadline»

9. Καλύτερου Μοντάζ απονέμεται στον Νικίτα Βασιλάκη για την ταινία του «untitled»

8. Καλύτερης Φωτογραφίας απονέμεται στον Victor Roh Dobraszynski για την ταινία «στο λυκόφως»

7. Καλύτερης Ερμηνείας απονέμεται στην Βάσω Τριανταφύλλου για την συνολική της παρουσία

6. Καλύτερου Σεναρίου απονέμεται στον Στέργιο Πάσχο για την ταινία «ανάμεσα»

5. Καλύτερου Ντοκιμαντέρ απονέμεται στην Αννα Ζαμφίρ για την ταινία «η μαρμάρινη σκάλα»

4. Καλύτερου Animation απονέμεται στη Σοφία Μηλιοπούλου για την ταινία «a little bit of love»

3. Καλύτερης Πειραματικής Ταινίας απονέμεται στους Γιώργο Αγγελόπουλο και Παύλο Σηφάκη για την ταινία «Marilyn who?»

2. Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους Μυθοπλασίας απονέμεται στην Δανάη Μικέλη για την ταινία «η μούχλα της κυρίας Ειρήνης»

1. Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους (του 3ου Crashfest) απονέμεται στις Jenny Meissner και Stefanie Schiessl για την ταινία «Mainstreaming»

Τα βραβεία του διαγωνιστικού ταινιών έδωσαν,

Βασίλειος Γάκης, Αντιδήμαρχος Πολιτισμού και Νεολαίας,

Αθανασία Τσατσάκου, Αντιπρύτανης του ΑΠΘ

Γεώργιος Κατσάγγελος, Κοσμήτορας της Σχολής Καλών Τεχνών & Πρόεδρος της Φοιτητικής Εβδομάδας,

Νέλλυ Ζήκα Τσελεμέγκου, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΡΤ3,

Ηλίας Κουτσούκος, Συγγραφέας,

Χριστίνα Καλογεροπούλου, Σεναριογράφος

Σπύρος Βουγιας, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής

Αγγελική Αντωνίου, Σκηνοθέτης

Αριστοτέλης Σομπότης, Παραγωγός

Γρηγόρης Σταικοπουλος, Εκπρόσωπος Φεστιβάλ Κιν/φου Θες/νικης

Μαρία Μυτιληνάκη, Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων του Seven Film Gallery


Tα δωρα που συνοδευσαν τα βραβεια εδωσαν οι:

Φεστιβάλ Κιν/φου Θεσσαλονίκης

Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Νεολαίας

ERT3

Seven Spots

Telmaco

SAKODAK

Amy SASony- Σταμος ΑΕ

CentralAthens Prod.IcοnPlus Prod.Tech&Tact Prod.


Βραβεία Διαγωνισμού Συγγραφής Σεναρίου

Σ’ αυτή την εκδήλωση που διεξήχθη με επιτυχία για δεύτερη χρονιά, από τα 20 σενάρια που υποβλήθηκαν προκρίθηκαν τα 6, τα οποία υποστηρίχτηκαν από τους δημιουργούς τους στην αίθουσα ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ του ΟΛΥΜΠΙΟΝ, ενώπιον τριμελούς επιτροπής που αποτελούνταν από τους

Αχιλλέα Κυριακίδη, συγγραφέα-σκηνοθέτη,

Ντίνο Γιώτη, σεναριογράφο και

Ρέινα Εσκενάζυ, σκηνοθέτις.

Μετά από εκτενή συζήτηση βραβεύτηκαν τα εξής δύο:

Κατ’ οίκον μαθήματα του Γιώργου Αγγελόπουλου και

Τι πήγε στραβά? του Παύλου Σηφάκη.

Τα βραβεία του διαγωνισμού Σεναρίων έδωσαν,

Ντίνος Γιώτης, Σεναριογράφος

Μελέτης Κεχαίδης, Παραγωγός

Οι Δυο παραγωγες θα χρηματοδοτηθουν από;Ελληνικό Κέντρο Κιν/φου & Urban Prod.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

61ο Φεστιβάλ των Καννών

Καλή σας μέρα! Βρισκόμαστε ήδη στην Ελλάδα και στέλνουμε την τελευταία μας ανταπόκριση, καθώς και τα προγνωστικά μας. Την Δευτέρα απλά θα αναρτήσουμε και τα βραβεία και θα δούμε κατά πόσο πέσαμε μέσα...

Την Παρασκευή είδαμε 4 ταινίες, και οι 4 από το διαγωνιστικό τμήμα. Πρώτη απ’ όλες, μία από αυτές που περιμέναμε με πολύ μεγάλη αγωνία: «Synecdoche, New York» του Τσάρλι Κάουφμαν, σε δικό του σενάριο, στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα.

Και ως γνήσιος πρωτάρης που θέλει να τα πει όλα με την πρώτη, κάνει μια υπερφιλόδοξη ταινία που εντέλει καταλήγει μια μεγαλοπρεπής… αποτυχία! Ο Κέιντεν Κοτάρντ είναι ένας σκηνοθέτης του θεάτρου. Ζει με τη γυναίκα του (που είναι ζωγράφος) και τη μικρή τους κόρη. Φαίνεται ότι ο γάμος τους έχει προβλήματα. Από κάποια στιγμή και μετά, όμως, τα πάντα γύρω από τον Κέιντεν διαλύονται. Ο ίδιος αρχίζει να εμφανίζει μια σειρά από αρρώστιες, ολοένα και πιο περίεργες και σοβαρές. Η γυναίκα του πηγαίνει για μια έκθεση της δουλειάς της στο Βερολίνο, μαζί με την κόρη της, εγκαταλείποντάς τον ουσιαστικά. Ο Κέιντεν αποφασίζει να βάλει όλη του τη δημιουργικότητα στην τέχνη του. Αποφασίζει να ανεβάσει ένα θεατρικό που να διηγείται τη ζωή του. Για τον σκοπό αυτό, διαμορφώνει μια τεράστια αποθήκη και κατασκευάζει ένα τεράστιο σκηνικό – μικρογραφία του Μανχάταν. Διάφοροι άνθρωποι διασταυρώνουν το δρόμο τους με το δικό του, οι πρόβες για το έργο κρατάνε για χρόνια, δικοί του άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή, η μοναξιά του είναι κάτι για το οποίο διαμαρτύρεται συνεχώς και κάποια στιγμή, έρχεται η δική του σειρά για να εγκαταλείψει τον μάταιο αυτόν κόσμο... Ακούγεται εξαιρετικά ενδιαφέρον. Και σε πολλά σημεία του είναι. Μια ελεγεία για τη ζωή και τον θάνατο, την τέχνη και την ταυτότητά μας, τον έρωτα και την μοναξιά. Μόνο που ο Κάουφμαν μπερδεύεται. Τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης της ταινίας του την κάνουν να μην μπορεί να... «διαβαστεί». Εντελώς καταθλιπτική πέρα όλων των άλλων, σε ρίχνει εντελώς. Οι ηθοποιοί είναι όλοι τους εξαιρετικοί, προεξάρχοντος του Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν, με την Έμιλι Γουάτσον να υποδύεται την ηθοποιό που υποδύεται την γραμματέα του (και μας δείχνει γυμνό το πολύ ωραίο κορμί της...) – για να καταλάβετε τις «ταυτοπροσωπίες» της ταινίας, όταν ο Κέιντεν δεν καταφέρνει να κάνει σχέση με την γραμματέα του (Σαμάνθα Μόρτον) κάνει σχέση με την ηθοποιό που την υποδύεται (Έμιλι Γουάτσον). Το φινάλε είναι εξαιρετικό: ο γηραιός Κέιντεν συναντά πλέον την ενήλικη κόρη του. Συζητάνε, ένας υποβολέας όμως (η Ντάιαν Γουίστ στο ρόλο σκηνοθέτη – θεού – του ίδιου του Κέιντεν) του λέει στο αυτί πως να αντιδρά, τι ατάκες να λέει. Και κάποια στιγμή, του λέει πολύ απλά: «πέθανε». Και η ταινία τελειώνει… Σε βάζει σε σκέψεις, σε μπερδεύει όμως και χρειαζόταν να ήταν λίγο πιο απλό...

Δεύτερη ταινία της ημέρας το «Entre les murs» του Λοράν Καντέ.
Σε μια δύσκολη και υποβαθμισμένη περιοχή του Παρισιού, παρακολουθούμε τις προσπάθειες ενός καθηγητή γαλλικών να διδάξει πράγματα στους μαθητές του. Ναι, αυτό, δείχνει πολύ απλό. Και είναι! Ο Λοράν Καντέ κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα (και με πολύ... μπλα – μπλα...) ταινία, όπου εκφράζει τον προβληματισμό του για το εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας και όχι μόνον. Μέσα από τις αντιπαραθέσεις δασκάλου με μαθητές αλλά και μαθητών μεταξύ τους, βλέπουμε πολλά πράγματα και βγάζουμε χρήσιμα συμπεράσματα για την κατάσταση των πραγμάτων στη σημερινή Γαλλία. Το κυριότερο, όμως: στο φινάλε, ο Καντέ, μέσα από κουβέντες των μαθητών του, φτάνει σε ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα: τι μαθαίνουν τα παιδιά στα σχολεία; Πόσο σημαντικά είναι αυτά που μαθαίνουν για την μετέπειτα ζωή τους; Μήπως είναι άχρηστο να μαθαίνεις να χρησιμοποιείς ένα ρήμα στον υπερσυντέλικο ή στον αόριστο; Έξυπνη ταινία, από τις καλές που είδαμε φέτος στο φεστιβάλ...

Τρίτη ταινία της ημέρας, το «My Magic» του Έρικ Χου από τη Σιγκαπούρη.

Από τη στιγμή που η γυναίκα του τον εγκατέλειψε, ο Φράνσις – πρώην μάγος – προσπαθεί να πνίξει τον πόνο του στο ποτό. Έχει έναν 10χρονο γιο που φροντίζει τον εαυτό του μόνος του, ιδίως μετά το θάνατο και της γιαγιάς του μικρού. Όταν ο Φράνσις διαπιστώνει πως ο γιος του έχει δυνατότητες να ξεφύγει από τη μίζερη ζωή τους, και με τη βοήθεια της τύχης, γυρίζει στην παλιά δουλειά του, προσπαθώντας να βγάλει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα... «Μικρή» ταινία, εντελώς συγκινητική, που έκλεψε τις εντυπώσεις όλων στην προβολή της. Δεν θα μας φανεί καθόλου παράξενο να τιμηθεί με κάποιο βραβείο – γιατί όχι και με τον Χρυσό Φοίνικα. Ταινία που εμπλέκει συναισθηματικά τον θεατή, που τον κερδίζει με την απλότητα και την ειλικρίνειά της, τόσο ώστε να μην δίνει σημασία σε λεπτομέρειες όπως το γεγονός ότι ο ήχος είναι ολοφάνερα ντουμπλαρισμένος. Μας κέρδισε...

Τελευταία ταινία της ημέρας, η μεγαλύτερη απογοήτευση του φεστιβάλ: «Palermo shooting» του Βιμ Βέντερς.

Ένας πετυχημένος Γερμανός φωτογράφος που ζει στο Ντίσελντορφ, νιώθει ότι κάτι λείπει από τη ζωή του. Μετά από μια φωτογράφηση μόδας με την (έγκυο) Μίλα Γιόβοβιτς, που δεν πάει καλά, και ένα συμβάν κατά το οποίο παραλίγο να χάσει τη ζωή του, αποφασίζει να πάει στο Παλέρμο για να κάνει εκεί την φωτογράφηση. Παλέρμο που προκύπτει από τα ελληνικά (πάνω όρμος). Εκεί θα συναντήσει μια κοπέλα που δουλεύει ως συντηρήτρια σε ένα μουσείο και θα αναπτύξουν μια τρυφερή σχέση. Ο φωτογράφος μας, όμως, «βλέπει» κι έναν γηραιό κύριο με γκρίζα κάπα που του ρίχνει… βέλη. Και ο… κύριος δεν είναι άλλος από το θάνατο… Πάει, τα έχασε εντελώς ο Βέντερς. Ενώ στο πρώτο ημίωρό της η ταινία έχει ενδιαφέρον (ιδίως ο προβληματισμός για το τι είναι πραγματικότητα, πως την αντιλαμβανόμαστε και πως μπορεί αυτή να «διορθωθεί»), από εκεί και έπειτα, μετά την μεταφορά της δράσεις στο Παλέρμο, καταρρέει ως χάρτινος πύργος. Δηθενιά, προβληματισμοί για το θάνατο που θα έκανε ένας 7χρονος, ιλουστρέ παρουσίαση και καμία πειθώ. Ο Ντένις Χόπερ γελοιοποιείται ως ο θάνατος, ο Λου Ριντ παίζει κάτι σαν φάντασμα – ολόγραμμα, η Πάτι Σμιθ μάλλον κόπηκε στο μοντάζ και το τραγικό είναι ότι ο Βέντερς αφιέρωσε την ταινία του στον Ίνγκμαρ (Μπέργκμαν) και τον Μικελάντζελο (Αντονιόνι). Το τι γιούχα έπεσε στην αίθουσα κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής προβολής, δεν περιγράφεται. Καμένο χαρτί…

Στα προγνωστικά μας τώρα. Από τις 22 ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος δεν είδαμε 4 και συγκεκριμένα τις: «Un conte de Noel» του Αρνό Ντεπλεσέν (που πήρε καλές κριτικές), το «La frontiere de l’ aube» του Φιλίπ Γκαρέλ (που καταθάφτηκε), το «24 city» του Ζια Ζανγκέ (που πήρε ανάμικτες κριτικές, άλλες ενθουσιώδεις κι άλλες αρνητικές) και το «Lihna de passe» των Βάλτερ Σάλες και Ντανιέλα Τόμας (που επίσης πήρε ανάμικτες κριτικές).

Έτσι όπως βλέπουμε τα πράγματα, τα βραβεία που θα δίναμε εμείς, θα ήταν τα εξής:
---Χρυσός Φοίνικας: «Waltz with Bashir» του Άρι Φόλμαν
--Μεγάλο βραβείο: «Uc maymun» του Νούρι Μπιλγκέ Τσεϊλάν
--Βραβείο της Επιτροπής: «Entre les murs» του Λοράν Καντέ ή «24 city» του Ζια Ζανγκέ
--Σκηνοθεσίας: Κορνέλ Μουντρούζο για το «Delta» ή Πάολο Σορεντίνο για το «Il Divo»
--Σενάριο: Τσάρλι Κάουφμαν για το «Synecdoche, New York»
--Ανδρικού ρόλου: Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν για το «Synecdoche, New York»
--Γυναικείου ρόλου: Άρτα Ντομπρόσι για το «Le silence de Lorna»

Στάνταρ, πάντως, παρά τα… χάλια του, και ο «Che» του Σόντερμπεργκ θα πάρει λογικά βραβείο, ενώ ότι βραβείο κι αν πάρει το «My magic» του Έρικ Χου, θα είναι μια ευχάριστη έκπληξη…

Αύριο, τα βραβεία…

Over and out!


Θόδωρος Γιαχουστίδης

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008


61ο Φεστιβάλ των Καννών

Καλή σας μέρα! Πρωί Παρασκευής πλέον και το φεστιβάλ οδεύει αργά αλλά σταθερά προς το τέλος του. Αν δεν υπάρξει καμία τεράστια έκπληξη της τελευταίας στιγμής, θα το χαρακτηρίζαμε ενδιαφέρον – όχι τόσο καλό όσο το περσινό, αλλά σίγουρα είδαμε ταινίες που τράβηξαν την προσοχή μας, χωρίς όμως ΤΗΝ ταινιάρα. Το «Waltz with Bashir» συνεχίζει να είναι ότι καλύτερο είδαμε στο φεστιβάλ…

Πρώτη ταινία της ημέρας: «Adoration» του Ατόμ Εγκογιάν (Διαγωνιστικό τμήμα).
Ο Σάιμον είναι ένας νεαρός έφηβος. Οι γονείς του έχουν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μητέρα του ήταν διάσημη – ήταν εξαιρετική στο βιολί. Ο πατέρας του ήταν άραβας και δεν γούσταρε τους εβραίους. Γι’ αυτό και ο παππούς του Σάιμον, που δεν τον αποδέχτηκε ποτέ και τον θεωρούσε… τρομοκράτη, υποστήριζε πως το «δυστύχημα» ήταν προμελετημένο. Τον Σάιμον μεγάλωσε ο θείος του, ο αδελφός της μητέρας του… Κάποια μέρα, η Σιμόν, καθηγήτρια γαλλικών στο γυμνάσιο που πηγαίνει ο Σάιμον, αναθέτει στα παιδιά μια εργασία, βασισμένη σε μια ιστορία που τους διηγείται. Αναφέρεται σε ένα γεγονός: μια γνωστή παίκτρια βιολιού, όντας έγκυος, πήγε στο Ισραήλ για κοντσέρτο, χωρίς το σύζυγό της. Υπήρχαν υποψίες ότι ο σύζυγος ήταν τρομοκράτης και σχεδίαζε να ανατινάξει το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευε η γυναίκα του, στέλνοντας στο θάνατο 400 άτομα. Ο Σάιμον «τσιμπάει». Αναγνωρίζει στην ιστορία κάτι από εκείνον. Αποφασίζει να τη διηγηθεί ωσάν να ήταν ο ίδιος το βρέφος που μεγάλωνε στην κοιλιά της γυναίκας. Και την «ανεβάζει» και στο ίντερνετ, προκαλώντας αντιδράσεις. Γιατί έκανε κάτι τέτοιο η Σιμόν; Ποια είναι τα πραγματικά κίνητρά της… Μετά το αποτυχημένο «What lies beneath», ο Εγκογιάν επιστρέφει σε φόρμα, με μια ιστορία που πλησιάζει το αριστούργημά του, το «Αραράτ». Τα θέματα που θέτει είναι πάρα πολλά. Το κυριότερο: δικαιούται κάποιος να σκοτώσει για τις ιδέες του; Κι άλλα που απορρέουν από αυτό: είμαστε το αποτέλεσμα του περιβάλλοντός μας; Γιατί οι αντιλήψεις με τις οποίες μεγαλώνουμε να είναι οι σωστές και των άλλων, των αλλόθρησκων, εκείνων που πιστεύουν σε άλλες ιδεολογίες είναι λάθος; Είναι το ίντερνετ πια ο χώρος όπου επικοινωνούμε; Ερχόμαστε σε επαφή μόνο μέσα από εικόνες, χωρίς να αγγίζουμε ο ένας τον άλλο; Σπουδαίο φιλμ, με την γυναίκα του σκηνοθέτη, Αρσινέ Κατζιάν να κλέβει την παράσταση, ενώ και ο Σκοτ Σπίντμαν στον βασικό αντρικό ρόλο, δεν είναι καθόλου κακός. Σε κρίσιμη σκηνή της ταινίας δε, ακούγεται το εξαιρετικό τραγούδι «Dear God» ενώ για άλλη μια φορά, ο Μίκαελ Ντάνα έγραψε καταπληκτική μουσική…

Δεύτερη ταινία για την Πέμπτη, το «O’ Horten» του Μπεντ Χάμερ (Ένα κάποιο βλέμμα).

Ο Οντ Χόρτεν ήταν μηχανοδηγός στο σιδηρόδρομο της Νορβηγίας. Φτάνοντας στα 67 του χρόνια, έρχεται πια ο καιρός να συνταξιοδοτηθεί. Και συνταξιοδοτείται. Μοναχικός άνθρωπος, με μια πίπα μόνιμα σφηνωμένη στο στόμα του, θα έχει διάφορες περίεργες συναντήσεις με ενδιαφέροντες ανθρώπους. Και θα τολμήσει να κάνει πράγματα που ποτέ δεν φανταζόταν… Είναι πολύ γλυκό το σινεμά που κάνει τούτος ο Νορβηγός δημιουργός. Πλησιάζοντας στο σινεμά του Άκι Καουρισμάκι, χωρίς να είναι τόσο μελαγχολικός, κατορθώνει να προκαλέσει το χαμόγελο στους θεατές, παρά το γεγονός ότι σε κάποιες στιγμές δεν ακούγεται καθόλου διάλογος. Η σκηνή με τον «διπλωμάτη» που του αρέσει να οδηγεί το αμάξι του μέσα στη νύχτα με κλειστά τα μάτια, δίνει ταυτόχρονα την πιο αστεία αλλά και την πιο λυπητερή στιγμή του φιλμ. Καλό ήταν…

Εδώ, ας κάνουμε μια παρένθεση. Όντως, το αμερικάνικο σινεμά βρίσκεται σε μεγάλη άνθηση. Και γυρίζονται εκεί ταινίες που δεν τολμάνε να γυρίσουν ευρωπαίοι σκηνοθέτες. Όμως, φαίνεται να παρεισφρείει μια επιτήδευση σε όλα αυτά. Και πολλές τέτοιου είδους ταινίες προκαλούν διχασμούς. Όπως ο «Che». Μεταξύ των συναδέλφων με τους οποίος συζητάμε, υπάρχουν κάποιοι που δεν τους άρεσε καθόλου κι άλλοι που το λάτρεψαν! Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Και βρήκα εξαιρετική την ατάκα του προέδρου της ΠΕΚΚ Ανδρέα Τύρου: «θα μπορούσε να συνεχίσει την ταινία έτσι για άλλες 18 ώρες»...

Τρίτη ταινία της ημέρας για την Πέμπτη ήταν το «Il Divo» του Πάολο Σορεντίνο (Διαγωνιστικό τμήμα).


Ο τρομερός Ιταλός σκηνοθέτης πετυχαίνει εκεί όπου απέτυχε ο Σόντερμπεργκ: μιλάει για τον αμφιλεγόμενο ιταλό πολιτικο Τζούλιο Αντρεότι, χωρίς να ακολουθεί προφανώς ακαδημαϊκό τρόπο γραφής, αλλά γνωρίζοντας ότι γυρίζει ταινία μυθοπλασίας και όχι ντοκιμαντέρ. Τα έργα και οι ημέρες του ιταλού πολιτικού που κινδύνευσε να πάει φυλακή για μια σειρά από σκάνδαλα, όπως χρηματισμοί, σχέσεις με τη μαφία και τη σχέση του με τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου, παρουσιάζονται με μια εξαιρετική αισθητική, εντελώς μοντέρνα, που προφανώς και πάλι δεν υπερκαλύπτει το περιεχόμενο αλλά το αναδεικνύει. Η ταινία είχε και πλάκα και ενδιαφέρον και ποτέ δεν άφηνε τον θεατή να βαρεθεί. Δυστυχώς, αναγκαστικά, αναφέρονταν πάρα πολλά ονόματα και κάπου ένιωθες χαμένος. Μικρό το κακό όμως. Για άλλη μια φορά, ο Σορεντίνο χρησιμοποιεί εξαιρετικά το σάουντρακ, ενώνοντας μουσικά κομμάτια φαινομενικά αταίριαστα, από κλασικά κομμάτια όπερας μέχρι το αλήστου μνήμης «Da, da, da» των Γερμανών Trio! Και καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας αναρωττιόμουνα: υπάρχει μισός έλληνας σκηνοθέτης που θα μπορούσε να πετύχει κάτι τέτοιο αναφερόμενος πχ στον Κώστα Σημίτη; Δόξα τω Θεώ, η σύγχρονη πολιτική ιστορία βρίθει σκανδάλων και γεγονότων που είναι από μόνα τους φοβερά ενδιαφέροντα. Υπάρχει κανείς;

Τελευταία προβολή της ημέρας το «Wendy and Lucy» της Κέλι Ρέιχαρντ (Ένα κάποιο βλέμμα). Η Γουέντι είναι μια νεαρή κοπέλα και η Λούσι η σκυλίτσα της. Διασχίζουν τις ΗΠΑ με ένα σαράβαλο – η Γουέντι θέλει να φτάσει στην Αλάσκα για μη ξεκάθαρους λόγους – ίσως για να μην έχει να συνδιαλέγεται με ανθρώπους καθημερινά. Το αμάξι όμως δεν παίρνει μπρος, η Γουέντι δεν έχει λεφτά και αναγκάζεται να μείνει για λίγο σε μια μικρή πόλη στη μέση του πουθενά. Προσπαθώντας να πάρει κάτι να φάει για την ίδια και το σκυλί της, θα συλληφθεί, θα οδηγηθεί στη φυλακή και την επόμενη μέρα που θα βγει, η Λούσι θα έχει εξαφανιστεί. Η Γουέντι θα κάνει ότι περνάει από τα χέρια της για να την ξαναβρεί... Ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά, μικρή ιστορία, καλές προθέσεις, μέτριο αποτέλεσμα. Με αυτές τις λίγες κουβέντες μπορούμε να συνοψίσουμε όλη την ταινία. Η χήρα του Χιθ Λέτζερ, Μισέλ Γουίλιαμς, πάντως, στον κεντρικό ρόλο, δεν ήταν κακή. Ίσα – ίσα...

Αυτή είναι η τελευταία ανταπόκριση που στέλνουμε από Κάνες. Σάββατο πρωί επιστρέφουμε στην Ελλάδα, οπότε την ανταπόκρισή μας που θα αφορά τις ταινίες που είδαμε κατά τη διάρκεια της Παρασκευής, θα την στείλουμε από τα... πάτρια εδάφη. Μαζί με τα προγνωστικά μας... Λογικά, θα μπουν στο σάιτ Κυριακή πρωί. Συντονιστείτε!

Over and out…


Θόδωρος Γιαχουστίδης
61ο Φεστιβάλ των Καννών

Καλή σας μέρα! Πρωί Πέμπτης κι εγώ θα σας μεταφέρω τα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της χτεσινής μέρας, της Τετάρτης. Πέρα δηλαδή από το γεγονός ότι η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κατάκτησε για άλλη μια φορά το Τσάμπιονς Λιγκ.

Αυτήν τη φορά η μέρα ξεκίνησε με ιταλικό δίδυμο. Πρώτη ταινία το «Gomorra» του Ματέο Γκαρόνε (Διαγωνιστικό τμήμα).

Ο σκηνοθέτης καταγράφει παράλληλα πέντε διαφορετικές ιστορίες που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Νάπολης και της Καζέρτας, στον ιταλικό νότο. Πέντε ιστορίες που δείχνουν πόσο πολύ επηρεάζει την καθημερινότητα των κατοίκων η ύπαρξη του οργανωμένου εγκλήματος, της Καμόρα. Ένας πιτσιρίκος που λαμβάνει το βάπτισμα του πυρός, δύο νεαροί που θέλουν να «δουλεύουν» μόνοι τους, ένας «διανομέας» που μοιράζει εβδομαδιαία χρήματα σε οικογένειες που ανήκουν σε συγκεκριμένη ομάδα της Καμόρα, ένας σχεδιαστής ρούχων που προσπαθεί να βγάλει έξτρα χρήματα βοηθώντας Κινέζους κι ένας κουστουμάτος τύπος που αγοράζει αντί πινακίου φακής μεγάλες εκτάσεις γης για να θάβει σε αυτές βιομηχανικά απόβλητα που δηλητηριάζουν τους κατοίκους. Όπου φτωχός και η μοίρα του δηλαδή, σε μια ταινία που στο τέλος καταγγέλλει μεταξύ των άλλων πως η Καμόρα (προφανής η αναλογία με τα βιβλικά Γόμορρα), με τα χρήματα που βγάζει μέσω παρανομιών, επενδύει σε νόμιμες επενδύσεις, όπως στους ουρανοξύστες που θα χτιστούν στη θέση των Δίδυμων Πύργων στη Νέα Υόρκη. Δυνατή ταινία που απλά κρατάει λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται και νιώθεις κάποιες στιγμές ότι επαναλαμβάνεται…

Δεύτερη ταινία, μία από το Μάρκετ και συγκεκριμένα η νέα ταινία του Σίλβιο Μούκινο «Parlami d’ amore».

Σα να λέμε, μίλα μου για αγάπη με την έννοια του «δίδαξέ μου αγάπη». Η Νικόλ είναι μια 40χρονη Γαλλίδα, παντρεμένη και δασκάλα. Ο Σάσα είναι 25 χρονών, προερχόμενος από μια οικογένεια ναρκομανών, με την δική του «έξη» να είναι ο τζόγος. Ένα βράδυ τα αμάξια τους θα συγκρουστούν και θα χτυπήσουν έναν σκύλο. Αυτή θα είναι η μοιραία γνωριμία τους. Στη συνέχεια, θα αναζητήσουν ο ένας τον άλλο. Εκείνη είναι κλειστή και θλιμμένη – ακόμα θρηνεί τον πρώην σύζυγό της που αυτοκτόνησε. Εκείνος είναι εξωστρεφής και το παλεύει – κατά βάση, είναι ερωτευμένος με την κακομαθημένη κόρη του ανθρώπου που τον αγκαζάρισε να φροντίσει τα πατώματα μιας εγκαταλειμμένης έπαυλης. Δεν έχει την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να «ρίξει» τη γυναίκα των ονείρων του και η Νικόλ προθυμοποιείται να τον βοηθήσει. Όπως χαρακτηριστικά λέει: «δεν υπάρχει γυναίκα που να μην μπορεί να κατακτηθεί». Τα… μαθήματα πιάνουν, ο Σάσα αποκτά αυτό που θέλει. Είναι όμως όντως αυτό που θέλει; Ή μήπως είναι η Νικόλ η γυναίκα της ζωής του; Ένα πολύ καλοφτιαγμένο αισθηματικό δράμα είναι η ταινία, με πολύ φωτογενείς ηθοποιούς (πρωταγωνιστεί ο σκηνοθέτης της ταινίας που είναι και ο σεναριογράφος της και μαζί του η ερωτικότατη Αϊτάνα Σάντσεζ Γκιχόν και στο ρόλο της νυμφομανούς Μπενεντέτα η πανέμορφη Καρολίνα Κρεσκεντίνι), καλογραμμένο σενάριο, έξυπνη σκηνοθεσία και δυνατό σάουντρακ. Μακάρι ο εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος να μπορούσε να γυρίσει τέτοιες ταινίες…

Η επόμενη ταινία που είδαμε ήταν μία από αυτές που περιμέναμε περισσότερο απ’ όλες: ο περιβόητος «Che» του Στίβεν Σόντερμπεργκ. Ένα «πακέτο» τεσσερισήμισι ωρών, που θα βγει στις αίθουσες σε δύο ταινίες, οφείλουμε να πούμε πως ήταν απογοητευτικό. Δεν ήταν μεγάλη απογοήτευση, σίγουρα όμως ήταν απογοήτευση. Πριν μπούμε στα της ταινίας, η προβολή ξεκίνησε με ευτράπελα. Στην μικρή αίθουσα Bazin, η προβολή ξεκίνησε με τον προβολατζή να βάζει πρώτα την… δεύτερη ταινία. Το λάθος όμως έγινε γρήγορα αντιληπτό και διορθώθηκε, δεν αποφεύχθηκε όμως η θυμηδία: τελικά, τέτοια λάθη δεν γίνονται μόνο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης… Υπήρξε μέριμνα να βρίσκεται στα πλάγια της αίθουσας ένα τεράστιο τραπέζι με νερά (μην πάθουμε και αφυδάτωση) και σάντουιτς. Και μετά ξεκίνησε η προβολή. Στην πρώτη ταινία παρακολουθούμε τη δράση του Τσε από τότε που γνωρίζει τον Φιντέλ Κάστρο στο Μεξικό, μέχρι την κατάληψη της Σάντα Κλάρα, του τελευταίου οχυρού πριν οι επαναστάτες μπουν θριαμβευτές στην Αβάνα, ενώ εμβόλιμα βλέπουμε πλάνα από τον λόγο του στη συνέλευση του ΟΗΕ, λίγο πριν φύγει από την Κούβα για να διαδώσει την επανάσταση και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Στην δεύτερη ταινία παρακολουθούμε τις περιπέτειές του στη Βολιβία, την αδυναμία του να πετύχει εκεί, τη σύλληψη και την εκτέλεσή του… Λογικό είναι όταν βάζεις στο κέντρο μιας ταινίας μια ισχυρή προσωπικότητα όπως ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, να προσπαθήσεις να αποφύγεις την παγίδα της «αγιοποίησης». Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, όμως, έφτασε στο άλλο άκρο: της τέλειας αποστασιοποίησης. Η διανοουμενίστικη προσέγγισή του σε μια μυθική φιγούρα, την απομυθοποιεί εντελώς. Ίσως αυτό τελικά να είναι καλό πράγμα. Σε καμία στιγμή, όμως, ο θεατής δεν συναρπάζεται από αυτό που βλέπει, σε καμία στιγμή δεν εντείνει την προσοχή του, σε καμία στιγμή δεν συμπάσχει, δεν πείθεται, δεν «τσιμπάει». Παρά την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι δύο ταινίες (και η καθεμιά μεμονωμένα) φαίνονται βαρετές και αδιάφορες! Οι εμπορικές προοπτικές του εγχειρήματος φαίνονται ισχνότατες, ενώ το να βραβευτεί η ταινία θα αποτελέσει σκάνδαλο ολκής. Στην πρώτη ταινία τα άλλα γνωστά πρόσωπα που εμφανίζονται είναι η Καταλίνα Σάντζεζ Μορένο και ο Ροντρίγκο Σαντόρο, ενώ στη δεύτερη ταινία εμφανίζεται και η Φράνκα Ποτέντε και σε πολύ μικρό ρόλο, ο Ματ Ντέιμον. Δεν θα μου φανεί καθόλου περίεργο μετά την αποτυχία αυτής της ταινίας ο Σόντερμπεργκ να γυρίσει το «Ocean’s 14»…

Τελευταία προβολή της ταινίας, το «Surveillance» της κόρης του Ντέιβιντ Λιντς, Τζένιφερ (Ειδική μεταμεσονύχτια προβολή).

Είναι η πρώτη φορά μου που στις Κάννες μπήκα σε επίσημη προβολή, με τους κυρίους να φοράνε υποχρεωτικά κοστούμι και παπιγιόν και τις γυναίκες να φοράνε πανάκριβες τουαλέτες. Εγώ, μαζί με 6 δημοσιογράφους μπήκαμε στην αίθουσα Λιμιέρ καθώς μας έβαλαν «διακριτικά» οι υπεύθυνοι στην αίθουσα από την… πίσω πόρτα! Στην προβολή, πέρα από την ίδια την Λιντς, παραβρέθηκαν οι πρωταγωνιστές της Μπιλ Πούλμαν και Τζούλια Ορμόντ, ενώ παρών ήταν και ο γερόλυκος Ντένις Χόπερ! Στα της υπόθεσης τώρα. Δύο πράκτορες του FBI πηγαίνουν σε μια μικρή πόλη για να εξιχνιάσουν ένα στυγερό έγκλημα. Μάρτυρες του εγκλήματος είναι ένας τσαμπουκαλής αστυνομικός, μια «φτιαγμένη» κοπέλα και μια 9χρονη πιτσιρίκα. Οι δύο πράκτορες εξετάζουν τους μάρτυρες, οι οποίοι καταθέτουν όσα γνωρίζουν, λέγοντας κάποιες αλήθειες αλλά κατά βάση, λέγοντας ψέματα. Από κάποια στιγμή και μετά όμως, τα πράγματα θα πάρουν μια εντελώς απρόβλεπτη τροπή… 15 χρόνια είχε να… τολμήσει η Τζένιφερ Λιντς να γυρίσει ταινία, μετά την παταγώδη αποτυχία του «Boxing Helena». Σε τούτη την ταινία τα πάει σαφώς καλύτερα. Κάνει το δικό της «… - Κουροσάβα», γεμίζοντάς το όμως με μπόλικο αίμα, σοκαριστικές σκηνές και ένα ιδιότροπο χιούμορ. Τα… γονίδια που έχει κληρονομήσει από τον πατέρα της είναι εμφανή στο πως κινηματογραφεί αλλά και τι αφηγείται. Ενώ σημαντικό ρόλο για την εξέλιξη του φιλμ παίζει και το θρυλικό τραγούδι «Add it up» των Violent Femmes! Ένα weird θρίλερ τρόμου που δεν θα απογοητεύσει τους οπαδούς του είδους και σίγουρα θα εκπλήξει πολλούς με το απρόβλεπτο φινάλε του…

Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά… καληνύχτα!

Over and out…

Θόδωρος Γιαχουστίδης

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008



61o Φεστιβάλ Καννών

Τρίτη 20/5

Καλημέρα! Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μας, όταν δεν βλέπουμε ταινίες ή γράφουμε κείμενα, μπαίνουμε στο ίντερνετ και διαβάζουμε τι γίνεται στη χώρα μας και τον κόσμο γενικότερα. Το διατροφικό σκάνδαλο με το ηλιέλαιο μάλλον έχει ξεφύγει, ο Νίνης έβαλε γκολ στο φιλικό της εθνικής ποδοσφαίρου με την Κύπρο (μπράβο στον πιτσιρικά!), στην Κίνα ο χαμός με το σεισμό έχει μεγάλες διαστάσεις, αύριο γίνεται ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, ωραία πράγματα...

Και στις Κάνες συνεχίζουν τα ωραία πράγματα επίσης! Πρώτη ταινία της ημέρας το πολυαναμενόμενο «Changeling» του Κλιντ Ίστγουντ (Διαγωνιστικό τμήμα). Λος Άντζελες, 1928. Η Κρίστιν Κόλινς δουλεύει ως τηλεφωνήτρια και μάλιστα μάνατζερ (κάτι πολύ προχωρημένο για την εποχή). Είναι ανύπαντρη μητέρα ενός παιδιού (επίσης προχωρημένο...). Μια μέρα που αργεί να επιστρέψει από τη δουλειά της, διαπιστώνει πως ο πιτσιρικάς γιος της έχει εξαφανιστεί! Ζητάει τη βοήθεια της αστυνομίας, η οποία δεν αντιδρά άμεσα. 24 ώρες μετά, αρχίζει η αναζήτηση. Εντέλει, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, βρίσκεται ο γιος της Κριστίν! Όταν, όμως, βλέπει το παιδί από κοντά, καταλαβαίνει ότι δεν είναι δικό της! Προσπαθεί να το πει στους πάντες, η αστυνομία, όμως, που θέλει να επιδείξει επιτυχίες (μιας που κατηγορείται για διαφθορά) προσπαθεί να την πείσει ότι είναι ο γιος της! Κι ας είναι το νέο παιδί κοντύτερο! Κι ας έχει κάνει περιτομή (κάτι που ο γιος της δεν είχε κάνει)! Εντέλει, θα προσπαθήσουν να την βγάλουν τρελή! Ένας πάστορας, όμως, που κατηγορεί την αστυνομία κι ένας αστυνομικός που κάνει σωστά τη δουλειά του, θα ανατρέψουν τα δεδομένα, βοηθώντας την Κριστίν... Σε φόρμα ο Κλιντ Ίστγουντ, δίνει ακόμα μία σπουδαία ταινία στα γεράματά του. Αν και μοιάζει κάπως με το «Σκοτεινό ποτάμι», τούτη η ταινία εποχής (που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, κάτι που φαίνεται εντελώς απίστευτο στον θεατή!) δεν φτάνει στα ύψη εκείνης. Εντούτοις, πρόκειται για καταπληκτική δουλειά, που κρατάει τον θεατή στην τσίτα. Καλό, εμπορικό σινεμά, με μια Αντζελίνα Ζολί να λάμπει στο ρόλο της μητέρας και τον Τζον Μάλκοβιτς να είναι εξαιρετικός ως ο πάστορας. Ότι ξεκινάει ως ταινία μυστηρίου, συνεχίζει ως ταινία καταγγελίας της αστυνομικής διαφθοράς και της κατάχρησης εξουσίας των αρχών και συνεχίζει ως ταινία που δείχνει πως μια μητέρα δεν παύει ποτέ να ελπίζει για το παιδί της και να ανησυχεί για αυτό. Στις σκηνές όπου η αστυνομία (και αργότερα, ο διευθυντής του ψυχιατρείου) τυλίγουν τη μητέρα σε μια κόλλα χαρτί και την εγκλείουν σε τρελάδικο επειδή είναι ενοχλητική, πραγματικά θέλεις να σπάσεις τα κεφάλια όλων των ηλίθιων που ασκούν εξουσία. Οι αλήτες...

Επόμενη ταινία, το «Delta» του Κόρνελ Μοντρούζο (Διαγωνιστικό τμήμα). Ένας παράξενος νεαρός επιστρέφει στη γεννέτηρά του, ένα μικρό χωριό στην άκρη του δέλτα ενός μεγάλου ποταμού. Έχει λεφτά, η μητέρα του, όμως, του λέει πως δεν μπορεί να μείνει μαζί της. Έχει ξαναπαντρευτεί δις κι έχει μια κόρη από τον προηγούμενο γάμο της, ενώ ο νέος άντρας της δείχνει σκληρός και ακοινώνητος. Ο νεαρός δεν φαίνεται να πτοείται. Πηγαίνει σε μια καλύβα που ανήκε στον πατέρα του και αποφασίζει να χτίσει εκεί ένα ξύλινο σπίτι. Η ετεροθαλής αδελφή του τον βοηθάει – υπάρχει εμφανής έλξη μεταξύ τους. Ο πατριός της, όμως, ζηλεύει. Κι όταν εκείνη μαζεύει τα πράγματά της για να πάει να μείνει με τον αδελφό της, εκείνος αντιδράει και τη βιάζει. Κι αυτό είναι μόνο ένα από τα προβλήματα που θα έχουν τα δύο αδέλφια, η κατάληξη των οποίων θα είναι τραγική... Ή πολύ δήθεν είναι ο τύπος ή έχει φτιάξει αριστούργημα! Δύσκολο να αποφασίσει κανείς. Η κινηματογράφησή του είναι εξαιρετική. Σε ρυθμούς μοιάζει με τον υπερεκτιμημένο συμπατριώτη του (τον Ούγγρο Μπέλα Ταρ που είναι σύμβουλος σεναρίου στην ταινία), όμως, το δικό του σινεμά δείχνει πολύ πιο στέρεο. Υπάρχουν σκηνές που η ομορφιά τους πραγματικά κόβει την ανάσα: όπως εκείνη μιας σειράς από βάρκες που διασχίζουν τον ποταμό για να πάνε σε μία κηδεία. Το θέμα της αιμομιξίας είναι προκλητικό, ο σκηνοθέτης, όμως, δεν κολλάει εκεί. Το έντονα μυστηριακό και σε στιγμές, μεταφυσικό κλίμα του πιάνει υψηλές επιδόσεις προς το φινάλε που μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Φτάνοντας αισθητικά και ουσιαστικά σε επίπεδο... Μπουνιουέλ της καλής εποχής του «Εξολοθρευτή άγγελου», ο πρωταγωνιστής, ως άλλος... Χριστός, καλεί σε συγκέντρωση τους συγχωριανούς του, ταϊζοντάς τους ψάρια, αλλά και χωμί και αλκοόλ (μάλλον όχι κρασί)... Οι χωριανοί είναι αγροίκοι, παρεκτρέπονται και φτάνουν σε διπλό φόνο! Και μένεις με το στόμα ανοιχτό να βλέπεις τον οθόνη, καθώς μια νεροχελώνα (η αθωότητα;) βυθίζεται μέσα στο νερό. Αν μη τι άλλο, σινεμά που δεν σε αφήνει αδιάφορο...

Μετά, ήρθε η ώρα για το πρώτο μας ντοκιμαντέρ. Τίτλος του: «Roman Polanski: Wanted and desired» της Μαρίνα Ζένοβιτς (Εκτός συναγωνισμού). Ήταν μια ημιεπίσημη προβολή στην οποία μεταξύ των άλλων εμφανίστηκε ο Χάρβεϊ Γουέινσταϊν, ενώ στην προβολή ήταν και ο εξαιρετικός ηθοποιός Πίτερ Κογιότι. Το ντοκιμαντέρ εξετάζει την περιβόητη υπόθεση κατά την οποία ο Πολάνσκι, λίγους μήνες μετά τη δολοφονία της συζύγου του, Σάρον Τέιτ, κατηγορήθηκε για βιασμό ουσιαστικά της 13χρονης Σαμάνθα Γκέιμερ, στη βίλα του Τζακ Νίκολσον, στο Λος Άντζελες. Από τότε έχουν περάσει 30 χρόνια. Ο Πολάνσκι, για να μην καταδικαστεί, εγκατέλειψε τις ΗΠΑ και ζει πλέον μόνιμα στη Γαλλία, ενώ δεν έχει γυρίσει ποτέ στις ΗΠΑ, ούτε καν για να πάρει το Όσκαρ του για την ταινία «Ο πιανίστας» λίγα χρόνια πριν. Η υπόθεση από μόνη της είναι ενδιαφέρουσα, τα γεγονότα παρουσιάζονται έτσι όπως λένε και οι δύο πλευρές, δείχνονται και σκηνές από ταινίες του Πολάνσκι, το ντοκιμαντέρ, όμως, δεν παύει να είναι βαρετό, μιας που βασίζεται κυρίως σε «κεφάλια που μιλάνε». Τέλος πάντων...

Το... χειρότερο, όμως, το βιώσαμε μετά, στην τελευταία προβολή της ημέρας. Τίτλος της: «La Mujer sin cabeza» της Λουκρεσία Μαρτέλ (Διαγωνιστικό τμήμα).

Μια γυναίκα κάποιας ηλικίας (μεσήλικη θα την ονομάζαμε) και αρκετά ευκατάστατη, θα δει τη ζωή της αλλάζει όταν συμμετέχει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Χτυπάει κάτι με το αμάξι της, τραυματίζεται και η ίδια και εγκαταλείπει ότι χτύπησε, στη μέση του πουθενά. Οι θεατές βλέπουν ότι χτύπησε έναν σκύλο, η ίδια, όμως, μετά το πρώτο σοκ, υποστηρίζει ότι χτύπησε και άνθρωπο. Πτώμα δεν βρίσκεται πουθενά, όλοι προσπαθούν να την πείσουν πως δεν έγινε τίποτε, η ίδια όμως επιμένει... Ακούγεται ωραίο ως υπόθεση, έτσι; Ως θέαση, όμως, ήταν τρομακτικό! Και καλά θα έπρεπε να νιώσουμε την υπαρξιακή αγωνία μιας γυναίκας, η συνεχής βροχή ξεπλένει τις ερυνίες και τέτοια. Άντε καλά... Το θέμα είναι πως τέτοιες ταινίες συνήθως παίρνουν βραβεία δυστυχώς... Τον εκνευρισμό μας χαλάρωσε κάπως, και μας έκανε να γελάσουμε, το γεγονός ότι η ταινία ολοκληρώνεται με το «Mammy blue» του Ντέμι Ρούσου! Εντελώς κουκουρούκου σας λέω!

Αυτάαααααααααααααααααα...

Over and out…




Θόδωρος Γιαχουστίδης

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

61o Φεστιβάλ Καννών

Δευτέρα 19/5

Καλημέρα και πάλι! Ο καιρός έχει στρώσει (έγινες καιρός που στρώνει…) και οι προβολές συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό…

Ξεκίνημα με τη νέα ταινία των αδελφών Νταρντέν. Τίτλος της: «Le silence de Lorna» (Διαγωνιστικό τμήμα).

Η Λόρνα του τίτλου είναι μια νεαρή κοπέλα από την Αλβανία. Προκειμένου να πάρει την βελγική υπηκοότητα, παντρεύεται έναν Βέλγο, ο οποίος είναι τζάνκι. Αφού πάρει την βελγική υπηκοότητα (ενώ προηγουμένως, ο Βέλγος θα έχει βγει από την μέση με ένα overdose…), θα παντρευτεί έναν Ρώσο που θέλει να γίνει Βέλγος! Και από όλη αυτήν την κατάσταση, θα μαζέψει αρκετά χρήματα ώστε μαζί με τον πραγματικό εραστή και ομοεθνή της, να ανοίξει ένα σνακ μπαρ. Όμως, η Λόρνα αρχίζει να συμπαθεί τον άντρα της – ιδίως από τη στιγμή που εκείνος της ζητά βοήθεια για να κόψει τα ναρκωτικά. Μηχανεύεται τρόπους ώστε να πάρει διαζύγιο, χωρίς να τον βγάλουν από τη μέση εκείνοι που έκαναν τις συμφωνίες. Νομίζει πως τα καταφέρνει. Μια νύχτα που ο «άντρας» της, αφού έχει κατορθώσει να παραμείνει «καθαρός», είναι έτοιμος να ξαναπάρει ναρκωτικά, η Λόρνα, για να τον αποσπάσει, κάνει έρωτα μαζί του. Κι από εκεί και πέρα τα πράγματα παίρνουν μια εντελώς διαφορετική τροπή… Η νέα ταινία των αδελφών Νταρντέν έχει όλα τα χαρακτηριστικά τους αλλά τους βρίσκει και λίγο αλλαγμένους. Και πάλι στο κέντρο της ιστορίας έχουμε ένα κοινωνικό πρόβλημα: κάποιοι άνθρωποι κάνουν το οτιδήποτε για να τα βγάλουν πέρα στον άδικο δυτικό κόσμο. Αυτήν τη φορά, όμως, δεν βλέπουμε πλάνα μεγάλης διαρκείας ούτε έχουμε κάμερα στο χέρι που ζαλίζει: το μοντάζ έχει το ρόλο του ενώ για πρώτη φορά σε ταινία των αδελφών από το Βέλγιο (πάλι Βέλγιο!), ακούγονται τραγούδια και μουσική! Η ταινία συγκινεί και γοητεύει. Προπάντων, ενώ νομίζεις ότι ξέρεις τι θα γίνει παρακάτω, σε αιφνιδιάζει. Λίγο κι εδώ το φινάλε τα χαλάει ελαφρώς: δεν δικαιολογείται από έναν χαρακτήρα τόσο δυνατό και στέρεο όπως η Λόρνα, να μιλάει στο αγέννητο (και ανύπαρκτο;) παιδί της, μετά από ένα σοκ που βιώνει, που αρχικά φαίνεται να μην την επηρεάζει… Για Χρυσό Φοίνικα τα πράγματα ίσως να είναι δύσκολα (έχουν ήδη πάρει… δύο!) αλλά για σενάριο και για την πρωταγωνίστρια, Άρτα Ντομπρόσι, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για βραβεία…

Για επόμενη ταινία, διαλέξαμε μία από το Μάρκετ: μια γερμανική ταινία που έχει σπάσει τα ταμεία στη χώρα της. Τίτλος της; «Keinohrhasen» του Τιλ Σβάιγκερ.

Ο Λούντο είναι δημοσιογράφος σε «κίτρινη» φυλλάδα του Βερολίνου, πολύ καλός στη δουλειά του. Φαίνεται αμοραλιστής: κάνει ότι μπορεί για να βγάλει σκανδαλιστική είδηση και πάντα βρίσκει τον τρόπο να ρίχνει ωραίες γυναίκες – one night stands, μιας που δεν τον ενδιαφέρουν οι μόνιμες σχέσεις. Όταν για το κυνήγι μιας είδησης το παρακάνει, πατώντας το νόμο, συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε 500 ώρες κοινωνικής εργασίας. Τις κάνει σε ένα νηπιαγωγείο, όπου «αρχηγός» είναι μια όμορφη αλλά ατημέλητη κοπέλα, την οποία γνωρίζει από το παρελθόν. Εκείνη, προσπαθεί να τον εκδικηθεί για ότι κακό της είχε κάνει όταν ήταν παιδιά. Εντέλει, την κερδίζει και γίνονται φίλοι. Μάλιστα, μια νύχτα που εκείνη μεθάει, κάνουν και έρωτα! Η κατάσταση μπερδεύεται. Τελικά, που θα καταλήξει η σχέση τους; Μια χαρά εμπορική ταινία, με ωραίους πρωταγωνιστές, καλό σενάριο και καταπληκτικό σάουντρακ. Ακολουθεί όλα τα κλισέ μιας ρομαντικής κομεντί και το κάνει πάρα πολύ καλά. Λογικό το ότι έχει κάνει τόσα πολλά εισιτήρια στη Γερμανία…

Γενικώς, αποφασίσαμε την ημέρα αυτή να δούμε ότι πιο εμπορικό μπορούσαμε – να ξεχάσουμε λίγο τα του φεστιβάλ αυτού - καθεαυτού. Και η επιλογή που κάναμε μας δικαίωσε. Ταινία του Μάρκετ λοιπόν το «The Deal» του Στίβεν Σάχτερ, με τους Μεγκ Ράιαν, Γουίλιαμ Μέισι και L.L. Cool J στους βασικούς ρόλους. Ένας παραγωγός του Χόλιγουντ που έχει χρόνια να γυρίσει ταινία, αποφασίζει να θέσει τέρμα στη ζωή του. Τον σταματάει ο ανιψιός του, που του πηγαίνει ένα σενάριο για τον Ντισραέλι, πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Βλέποντας και μια είδηση πως ένας μεγάλος χολιγουντιανός σταρ (που πρόσφατα… αλλαξοπίστησε και ασπάστηκε τον ιουδαϊσμό) θέλει να γυρίσει μια ταινία που να προωθεί τα σχετικά με τη νέα του θρησκεία, αποφασίζει να πουλήσει φούμαρα και να τον συνδέσει στην ταινία. Πείθει μεγάλο στούντιο και έρχεται σε επαφή με μια γυναίκα που είναι στέλεχος του εν λόγω στούντιο, να γυρίσουν την ταινία, αφού αλλάζει τα φώτα στο σενάριο του ανιψιού. Μια σειρά από… κουλά πράγματα αρχίζουν να λαμβάνουν χώρα… Μια χιουμοριστική ματιά στα παρασκήνια του Χόλιγουντ αποτελεί η ταινία, το σενάριο της οποίας υπογράφει ο ίδιος ο Γουίλιαμ Μέισι. Έχει πλάκα, είναι αρκούντως σουρεάλ και δηκτικό για το πώς λειτουργεί ο συγκεκριμένος κόσμος, ένας «Παίκτης» πιο χαλαρός και πιο αστείος και με μια Μεγκ Ράιαν που μας έχει λείψει και βρίσκεται στα καλύτερά της. Εμπορικό και ωραίο…

3η και τελευταία ταινία από το Μάρκετ (είπαμε: κάναμε ένα διάλειμμα, πήγαμε και σε ένα πάρτι – αυτό της Fortissimo, όπου μεταξύ των καλεσμένων ήταν και ο μονίμως κρυμμένος πίσω από τα μαύρα γυαλιά του, Γουόνγκ Καρ Γουάι), ένα θρίλερ από τη Δανία.
Τίτλος του: «Det som ingen ved» του Σόρεν Κραγκ Γιάκομπσεν. Ένας διασκεδαστής παιδιών θα ταραχθεί όταν η αδελφή του πνίγεται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ο Τόμας (έτσι λένε τον ήρωά μας) υποψιάζεται πως ο θάνατός της έχει να κάνει με την δουλειά του πατέρα του στις Μυστικές Υπηρεσίες της Δανίας. Πατέρας που έχει πεθάνει από καρκίνο εδώ και πολύ καιρό. Ο Τόμας προσπαθεί να λύσει το μυστήριο, γρήγορα όμως θα καταλάβει πως η ζωή η δική του όσο και της οικογένειάς του κινδυνεύει από μια οργάνωση μέσα στις μυστικές υπηρεσίες… Το «Defense of the realm» μου θύμισε αυτή η ταινία. Ένα πολιτικό θρίλερ για το κράτος που παρακολουθεί τους πολίτες «για να τους προστατέψει» (σας κάνει κάτι σε σι φορά ι αυτό, έτσι;), ενώ ουσιαστικά εξυπηρετεί άλλους σκοπούς είναι τούτο εδώ. Καλοφτιαγμένο, γρήγορο, μικρό σε διάρκεια, με καλούς ρυθμούς, προσφέρει ότι υπόσχεται χωρίς πολλές φιοριτούρες…

Τελευταία ταινία της ημέρας το «Two lovers» του Τζέιμς Γκρέι (Διαγωνιστικό τμήμα).
Ο Λέοναρντ είναι ένας 30αρης που ζει με τους γονείς του κάπου στη Νέα Υόρκη. Είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, δουλεύει περιστασιακά στο καθαριστήριο του πατέρα του και πάσχει από κατάθλιψη εξαιτίας ενός χωρισμού. Οι γονείς του, στο πλαίσιο μιας προσεχούς συμφωνίας για το μαγαζί τους, αλλά και για να τον βοηθήσουν, κανονίζουν να γνωρίσει την Σάντρα, μια όμορφη κοπέλα, ίδιου θρησκεύματος (είναι εβραίοι) και με οικογένεια που ασχολείται επίσης με καθαριστήρια. Η Σάντρα γουστάρει τον Λέοναρντ, ο Λέοναρντ, όμως, έχει αλλού το μυαλό του και συγκεκριμένα στη Μισέλ, μια νέα του γειτόνισσα η οποία τα «έχει» με έναν παντρεμένο… Δεύτερη εν συνεχεία χρονιά που ο Γκρέι συμμετέχει στο διαγωνιστικό του φεστιβάλ των Καννών με πρωταγωνιστή τον Χοακίν Φίνιξ. Αυτήν τη φορά διηγείται μια ερωτική ιστορία. Ενώ, όμως, το σενάριο δεν φαίνεται να διαθέτει κάτι το εντελώς νεωτερίστικο και πρωτότυπο, η ταινία έχει μιαν παράξενη γοητεία. Κι αυτό έχει να κάνει με τον ιδιαίτερο τρόπο που ο Γκρέι συνθέτει τα πλάνα του και τις σκηνές του. Έχει όμως κι άλλες παραξενιές η ταινία. Μας φάνηκε περίεργο πχ που η Ιζαμπέλα Ροσελίνι υποδύεται τη μητέρα του Φίνιξ! Μας φάνηκε περίεργο που ο χαρακτήρας του Φίνιξ έχει κάτι το εφηβικό (εντάξει, δεν δικαιολογείται εντελώς μια τέτοια συμπεριφορά από έναν ενήλικα, μόνο και μόνο επειδή τον παράτησε η αγαπημένη του). Μας φάνηκε παράξενο που ο Ηλίας Κοτέας υποδύεται τον παντρεμένο εραστή της Μισέλ. Και μας φάνηκε παράξενο που η Γκουίνεθ Πάλτροου παίζει έναν ρόλο όπου δεν είναι η απόλυτη ντίβα αλλά ένας χαρακτήρας με ελαττώματα, εθισμένη στον… Κοτέα και τα έκστασι, η οποία μάλιστα σε μια σκηνή της ταινίας, δείχνει και το στήθος της (οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι έχει… μεγαλώσει από τότε που έγινε μητέρα – το ξέρω, είναι άθλιο και σοβινιστικό το παραπάνω σχόλιο μα έπρεπε να το μοιραστώ μαζί σας!). Ενδιαφέρουσα ταινία…

Τα λέμε και αύριο…

Over and out…


Θόδωρος Γιαχουστίδης

61ο Φεστιβάλ των Καννών

Κυριακή 18/5

Κι ενώ αρχικά είδαμε τρεις ταινίες με φυλακές, το κόλπο άλλαξε. Πλέον, οι ταινίες που υπερισχύουν είναι αυτές από το… Βέλγιο! Μετά λοιπόν από τα «Moscow, Belgium» και «Rumba», η επόμενη βελγική ταινία που είδαμε ήταν το «Eldorado» του Μπουλί Λανέρς (Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών), ο οποίος πρωταγωνιστούσε κιόλας! Ο Ιβάν είναι ένας ντίλερ κλασικών αμερικάνικων αμαξιών. Μια νύχτα, επιστρέφοντας σπίτι του, διαπιστώνει ότι έχει υποστεί διάρρηξη. Ο διαρρήκτης είναι ένας κακομοίρης νεαρός. Εξομολογείται στον Ιβάν πως απλά ήθελε να πάρει χρήματα για να αγοράσει εισιτήριο και να γυρίσει στο σπίτι των γονέων του, ο Ιβάν, όμως, καταλαβαίνει πέρα από αυτό πως ο νεαρός είναι και τζάνκι – έστω, που προσπαθεί να το «κόψει». Θα προθυμοποιηθεί να τον πάρει μαζί του με την Σεβρολέ του και να τον πάει στους γονείς του. Οι δυο άντρες θα αναπτύξουν μια φιλική σχέση – ο νεαρός θυμίζει στον Ιβάν τον μικρό αδελφό του που πέθανε από overdose. Ένα… ουρανοκατέβατο σκυλί, όμως, θα οδηγήσει την κατάσταση στην φυσιολογική ροή της… Χίλιες φορές τέτοιες, «μικρές» ταινίες που δεν κλείνονται ερμητικά στον εαυτό τους, αφήνοντας και τον θεατή να τις «δει», παρά μεγαλόστομες παπαριές τύπου «Serbis» με και καλά δεύτερα και τρίτα επίπεδα (σας μιλήσαμε χτες για την ταινία – το τσοντάδικο συμβολίζει τις Φιλιππίνες και το όνομα στην επιγραφή του είναι «Family» - και ναι, το φιλμ καίγεται στο τέλος…). Τούτη η ταινία εστιάζει στους ανθρώπους, σε κάνει να γελάσεις, να σκεφτείς, να αισθανθείς. Δεν διδάσκει, παραθέτει. Η σκηνή με τον γυμνιστή οδηγό τροχόσπιτου που συστήνεται ως «Αλέν Ντελόν» σε κάνει να σκάσεις στα γέλια – η επίσκεψη του νεαρού στο σπίτι των γονιών του όπου συγκρούεται με τον πατέρα του, κάνοντας τη μητέρα του να δακρύσει, είναι ανατριχιαστικά συγκινητική. Πέρα όλων των άλλων, φαίνεται πως το Βέλγιο έχει μια ακμάζουσα κινηματογραφία, εν αντιθέσει με τη χώρα μας (ίδιο πληθυσμό έχουμε περίπου) όπου τα πράγματα είναι ότι να ‘ναι κινηματογραφικά. Καλά ξεκινήσαμε σήμερα…

Επόμενη ταινία κανονικά θα ήταν ο καινούργιος Ιντιάνα Τζόουνς. Φευ! Η προβολή ήταν να ξεκινήσει στις 13.00 τοπική ώρα και από τις 12.15 η μεγάλη αίθουσα Λιμιέρ είχε γεμίσει. Για να δούμε, θα έχουμε αύριο στην επαναληπτική προβολή μεγαλύτερη τύχη; Πάντως, όλοι τους είναι εδώ! Και ο Σπίλμπεργκ και ο Λούκας και ο Χάρισον Φορντ και ο Σάια ΛεΜπέφ και η Κέιτ Μπλάνσετ... Ο χαμός...

Έτσι, 2η προβολή της ημέρας προέκυψε να είναι το «Afterschool» του Αντόνιο Κάμπος (Ένα κάποιο βλέμμα). Μια ομάδα μαθητών πηγαίνουν σε ένα σχολείο πλουσίων – εσώκλειστοι. Ανάμεσά τους και ο Ρόμπερτ, ένας πιτσιρικάς που έχει συνηθίσει το βλέμμα του σε βιντεάκια από το YouTube και αλλαχού. Βιντεάκια ερασιτεχνικά και αυτοσχέδια που μπορούν να είναι αστεία, δείχνοντας μωρά και ζωάκια, αλλά και σκληρά, όπως η σκηνή του απαγχονισμού του Σαντάμ (το βλέπουμε στην οθόνη αυτό). Εθισμένος στο πορνό του ίντερνετ και μάλλον δυσλειτουργικός, βρίσκει την... γιατρειά του όταν – αναγκασμένος να πάρει μέρος σε δραστηριότητες εκτός των κανονικών μαθημάτων – αναλαμβάνει να καταγράφει με μια κάμερα διάφορα στο σχολείο. Μια μέρα, χωρίς να το θέλει, να καταγράψει το θάνατο δύο δημοφιλών δίδυμων αδελφών από νοθευμένα με ποντικοφάρμακα ναρκωτικά. Είναι απλός θεατής ή συμμετέχει με τον τρόπο του σε όλο αυτό το γίγνεσθαι; Ο Αμερικάνος σκηνοθέτης κάνει μια πολύ τολμηρή ταινία, δανειζόμενος στοιχεία από διάφορους μεγάλους σκηνοθέτες. Κατά βάση, στο μυαλό έρχεται ο Χάνεκε και η ταινία του «Το βίντεο του Μπένι». Υπάρχει μια κλινική αποτύπωση μιας γενιάς εθισμένης στην εικόνα που δεν έχει κανένα πρόβλημα να καταγράφει τα πάντα – από ένα φλερτ μέχρι το ξυλοφόρτωμα δύο μαθητών – και δεν έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό, ούτε να καταγράφει αλλά ούτε να συμμετέχει. Τα πάντα γίνονται θέαμα για μια κρυμμένη κάμερα και όλοι είναι ήρωες ταινίας, άρα, ότι κάνουν δεν τους αφορά, δεν τους αγγίζει. Φορμαλιστικά, ο σκηνοθέτης πειραματίζεται: δείχνει εικόνες από κινητό τηλέφωνο, αφήνει το φόντο σχεδόν πάντα θαμπό, ενώ πολλές φορές καδράρει μισά κεφάλια, μισά σώματα εκτός πλάνου... Εξαιρετική ως σύλληψη, δύσκολη ως προϊόν προς κατανάλωση, η ταινία θα έχει φανατικούς οπαδούς αλλά και αγριεμένους εχθρούς. Στην προβολή παραβρέθηκε και ο Μάικλ Μουρ (να ένα ωραίο παραλειπόμενο)...

Μετά, προσπαθήσαμε να μπούμε στην ταινία του Βάλτερ Σάλες για άλλη μια φορά: ξανά αποτυχία. Οπότε, την ίδια ώρα περίπου, μας τράβηξε μια ταινία που παιζόταν στην «Εβδομάδα της Κριτικής». Τίτλος της: «Home» της Ούρσουλα Μέγιερ – άλλη μια ειδική προβολή στο συγκεκριμένο τμήμα. Γινόταν πανικός, ίσως επειδή πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν η Ιζαμπέλ Ιπέρ, αλλά και ο Ολιβιέ Γκουρμέ είναι σαφώς αναγνωρίσιμος. Με έκπληξή μου διαπίστωσα όταν πλέον μπόρεσα να μπω στην αίθουσα του ξενοδοχείου Μιραμάρ όπου γίνονται οι προβολές, πως πίσω μου ακριβώς καθόταν η… Μαρία Τζομπανάκη! Η πολύ καλή ελληνίδα ηθοποιός ήταν κλασικά πανέμορφη κι έβγαζε φωτό (ή τραβούσε βίντεο) από την παρουσίαση των ηθοποιών της ταινίας. Μετανιώνω που δεν της είπα ούτε ένα γεια… Σε ότι αφορά την ταινία, έχει να κάνει με μια οικογένεια που ζει στη μέση του πουθενά, δίπλα σε έναν αυτοκινητόδρομο που δεν χρησιμοποιείται. Όταν πια δοθεί μετά από επισκευές στην κυκλοφορία, οι ζωές των 5 ανθρώπων (ανδρόγυνο και 3 παιδιά) θα αλλάξουν δραματικά. Κατά βάση, δεν αντέχουν τον θόρυβο και το καυσαέριο αλλά και την απώλεια της ιδιοτικότητάς τους. Και προβαίνουν σε ακραία μέσα… Θα μπορούσε να μιλήσουμε για κάτι ανάλογο με το «Safe» του Τοντ Χέινς: ένας πολιτισμός που μολύνει, μια οικογένεια σε κρίση. Όμως, από κάποια στιγμή και μετά, το σενάριο παύει να είναι διασκεδαστικό, γίνεται εντελώς «γεια σου» και πετάει έξω τους θεατές. Η Ιπέρ ήταν για άλλη μια φορά καταπληκτική… Και ναι, αυτή ήταν άλλη μια ταινία από το Βέλγιο!!!

Τελευταία ταινία της ημέρας: «Acne» του Φεντερίκο Φεϊρόι (Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών). Ο Ράφαελ Μπέργκμαν είναι ένας 13χρονος που ζει στο Μοντεβιδέο της Παραγουάης. Ως έφηβος, έχει σεξουαλικές ανησυχίες και… μπιμπίκια στο πρόσωπό του. Είναι εβραϊκής καταγωγής (στην πόλη ζουν πολλοί εβραίοι) και βαριέται τα πάντα. Είναι ερωτευμένος με μια όμορφη συμμαθήτριά του, αλλά δεν ξέρει πώς να την πλησιάσει. Ο αδελφός του τον βοηθάει να ξεπαρθενευτεί με την οικιακή βοηθό. Ο Ράφαελ δεν νοιάζεται πια για τίποτε άλλο: τα χρήματα που ζητάει (και παίρνει) από τους γονείς του, τα ξοδεύει στις πόρνες. Όσο όμως κι αν αυτό είναι κάτι που τον ευχαριστεί, αυτό που θέλει περισσότερο είναι ένα φιλί – κι ας είναι και «γαλλικό»… Τρυφερή ταινία με μπόλικο χιούμορ που μας συστήνει με μια κοινότητα την οποία δεν είχαμε υπόψιν μας. Αποδεικνύει πως το λατινοαμερικάνικο σινεμά βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα – πως η αθωότητα είναι κάτι που δεν έχει χαθεί ολωσδιόλου…

Αυτά για το βράδυ της Κυριακής…

Over and out…

Θόδωρος Γιαχουστίδης

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008


61ο Φεστιβάλ των Καννών

Σάββατο 17/5

Μετά τη βροχή, ξεκινάει πάντα μια άλλη μέρα. Σάββατο πρωί και τα πράγματα δείχνουν καλύτερα από την Παρασκευή. Κι ας μην μπόρεσα να μπω στην δημοσιογραφική προβολή της νέας ταινίας του Βάλτερ Σάλες «Lihna de passe» (θα την πετύχω σε καμιά επαναληπτική, που θα πάει...). Κι ενώ όλοι μιλάνε για την απαστράπτουσα Αντζελίνα Ζολί και την εγκυμοσύνη της και την εμφάνιση δίπλα της του Μπραντ Πιτ, το... καθήκον μας καλεί να παρακολουθήσουμε κι άλλες ταινίες. Κι αυτό και κάναμε...

Πρώτη προβολή της ημέρας: «Waltz with Bashir» του Άρι Φόλμαν (Διαγωνιστικό τμήμα). Μια ταινία που προβάλλει ως ένα από τα φαβορί για κάποιο βραβείο – κάποιοι μιλάνε και για Χρυσό Φοίνικα. Και δικαίως! Μια σπουδαία ταινία που διαθέτει αρετές αφηγηματικές, τεχνικές μα κυρίως ανθρώπινες. Η ιδέα για να γυριστεί η ταινία ξεκίνησε όταν ο σκηνοθέτης της, Άρι Φόλμαν, αναρωτήθηκε που βρισκόταν ο ίδιος (στρατιώτης του Ισραηλινού στρατού) όταν έλαβαν χώρα οι σφαγές στην Σάμπρα και Σατίνα, το Σεπτέμβριο του 1982. Για να σας θυμίσουμε τα γεγονότα, οι Ισραηλινοί, σε μια περιοχή που ελεγχόταν από τους ίδιους, κατά τη διάρκεια του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου, άφησαν Λιβανέζους χριστιανούς πολιτοφύλακες (τους «φαλαγγίτες») να μπουν σε δύο παλαιστινιακά στρατόπεδα «συγκέντρωσης» και να κατασφάξουν αμάχους, ο αριθμός των οποίων κυμαίνεται ανάλογα με την πηγή από 700 έως 3.500 χιλιάδες άτομα! Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο, όμως, είναι γυρισμένο σε μορφή κινουμένων σχεδίων. Και είναι συγκλονιστικό! Βλέπουμε τις συζητήσεις του Φόλμαν με όσους ενδεχομένως να βρίσκονταν μαζί του εκείνη την εποχή. Αναρωτιέται γιατί δεν μπορεί να θυμηθεί παρά μόνον κάποια πράγματα. Ακούγονται εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιστορίες ενώ και κάποιες σκηνές είναι απλά μαγικές: ο φαντάρος που ξαπλώνει στο υπερμέγεθες σώμα μιας γυναίκας που τον κουβαλάει στη θάλασσα, η σφαγή στον ιππόδρομο, μικρά και μεγάλα στιγμιότυπα από την καθημερινότητα της εποχής κι όχι μόνον. Με σπουδαία μουσική επένδυση (την υπογράφει ο Μαξ Ρίχτερ, ενώ ακούγονται και τραγούδια όπως το «Enola Gay» και «This is not a love song») και σκηνές που κόβουν την ανάσα, η ταινία αποτελεί εν πολλοίς μια δημόσια συγνώμη στον παλαιστινιακό λαό. Και στα τελευταία δύο λεπτά της ταινίας, παύει να είναι κινούμενο σχέδιο και δείχνει πλάνα από την πραγματική σφαγή. Απίθανη ταινία...

Επόμενη προβολή: «Wolke 9» του Αντρέας Ντρέσεν (Ένα κάποιο βλέμμα). Μια γυναίκα μετά από 30 χρόνια γάμου κι όντας στην 3η ηλικία, ξεκινάει μια παράνομη ερωτική σχέση με έναν συνομήλικό της – ή μάλλον και κάπως μεγαλύτερο – με απρόβλεπτες συνέπειες για την ίδια και για όσους άλλους εμπλέκονται... Ο Αντρέας Ντρέσεν (σκηνοθέτης του πολύ ενδιαφέροντος «Halbe treppe» μας παρουσιάζει μια ιστορία αγάπης και σεξ με πρωταγωνιστές ανθρώπους άνω των 60 (μην σας πω και 70...). Κι ενώ οι περισσότεροι καθώς διαβάζετε αυτές τις γραμμές θα κάνετε μια γκριμάτσα αποτροπιασμού, οφείλω να σας πω πως η ταινία είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα! Ναι, οι μαμάδες μας και οι πατεράδες μας κάνουν σεξ, όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό! Ναι, μπορούν να ερωτευθούν και να φτάσουν σε οργασμό! Εντάξει, ίσως για τους άντρες τα πράγματα να μην είναι και τόσο ελπιδοφόρα και... ανυψωτικά (λέγεται κι ένα εξαιρετικό ανέκδοτο για το πως κάνουν σεξ δύο 80αρηδες: η γυναίκα στέκεται όρθια με το κεφάλι προς τα κάτω και ο άντρας βάζει τη... μαραμένη του γαρδένια μέσα της!), όμως, η πραγματικότητα είναι αυτή. Ο Ντρέσεν δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις, ούτε εκμεταλλεύεται τους γηραιούς πρωταγωνιστές του: και οι δύο άντρες αλλά και η γυναίκα – σκάνδαλο, εμφανίζονται γυμνοί, να κάνουν σεξ, χωρίς αυτό, όμως, να είναι προκλητικό ή άσχημο: είναι ανθρώπινο. Και όπως σε όλες τις ηλικίες, το σεξ είναι χαρά και ευτυχία – όταν εμπλέκονται, όμως, πάνω από δύο άτομα, ο τρίτος πληγώνεται. Και μπορεί να αντιδράσει περίεργα. Έτσι λοιπόν, που λέτε: μια χαρά ταινία η συγκεκριμένη. Με εξαιρετικούς και άφοβους ηθοποιούς. Και καταχειροκροτήθηκε...

Ακολούθησε μια ταινία που προβλήθηκε στο τμήμα της «Εβδομάδας της Κριτικής» ως «Αποκάλυψη της χρονιάς». Μιλάμε για το «Lake Tahoe» του μεξικάνου Φερνάντο Έιμπκε, ενός 38χρονου σκηνοθέτη που με αυτήν, την 2η μεγάλου μήκους ταινία του, βραβεύτηκε στο περασμένο φεστιβάλ Βερολίνου. Ένας 16χρονος στουκάρει το αμάξι του πατέρα του σε μια κολόνα. Βρισκόμαστε στην επαρχία Γιουκατάν του Μεξικού κι όλα κυλούν αργά και ράθυμα. Θα προσπαθήσει να βρει ανταλλακτικό, προκειμένου να κάνει το αμάξι να λειτουργήσει ξανά. Θα συναντήσει διάφορους περίεργους τύπους. Και τελικά, θα μπορέσει να συνέλθει από το τραύμα που έμελλε να τον σημαδέψει: η απώλεια του πατέρα είναι κάτι που δεν ξεπερνιέται εύκολα… Το σινεμά του Έιμπκε όπως μας είχε δείξει και με το «Temporada de patos» είναι έξυπνο, δημιουργικό, χαλαρό και με επίκεντρο σαφώς τον άνθρωπο. Σε τούτη την ταινία αφήνει το ασπρόμαυρο του προηγούμενου φιλμ του. Και πάλι φαίνεται να την γύρισε χωρίς πολλά λεφτά. Διαθέτει, όμως, περισσή αγάπη για τους ήρωές του και μας κάνει να ενδιαφερόμαστε για αυτούς. Με σκηνές χιούμορ (όλες όσες έχουν να κάνουν με τον σκύλο Σίκα και τον παλαβιάρη γκαραζιέρη που είναι λάτρης των ταινιών Κουνγκ Φου και ιδιαίτερα του Μπρους Λι) αλλά και συγκίνησης, η ταινία πραγματοποιεί όσα υπόσχεται κι αφήνει στον θεατή μια τελική, γλυκιά αίσθηση…

Και μετά, ήρθε η παρακμή… 4η ταινία της ημέρας, το «De la guerre» του Μπερτράν Μπονελό (Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών). Ο Ματιέ Αμαλρίκ υποδύεται τον… Μπερτράν Μπονελό, έναν σκηνοθέτη στα 40 του που, προετοιμαζόμενος για τα γυρίσματα της νέας του ταινίας, κλείνεται κατά λάθος μέσα σε ένα φέρετρο. Η εμπειρία τον επηρεάζει. Ένας άντρας του λέει να τον ακολουθήσει σε ένα παράξενο μέρος όπου μια γυναίκα ιταλικής καταγωγής εγγυημένα θα τον οδηγήσει στην πληρότητα και την ευχαρίστηση… Ο σκηνοθέτης που είχε προκαλέσει θόρυβο με τις προηγούμενες ταινίες του, τον «Πορνογράφο» και τον «Τειρεσία», εδώ πέφτει στην παγίδα της αυτοαναφορικότητας. Εντάξει, έχει πλάκα να ψυχαναλύεσαι σε ταινία, αυτό όμως δεν είναι πάντα ευχάριστο και για τους θεατές. Με εμφανή κινηματογραφοφιλία (ο Αμαλρίκ βλέπει το «Existenz» στην τηλεόραση και ακυρώνει ραντεβού με βίζιτα, ενώ στο φινάλε έχουμε κανονικότατη αναφορά στο «Αποκάλυψη τώρα»), λατρεία για τον Μπομπ Ντίλαν και πολύ καλούς ηθοποιούς έστω και σε μικρούς ρόλους (μέχρι και ο Μισέλ Πικολί εμφανίζεται) η ταινία αποτυγχάνει λόγω της αλαζονείας του σκηνοθέτη της…

5η και τελευταία ταινία στις Κάννες όπου άνοιξαν οι ουρανοί και έβρεχε συνεχώς, ήταν το «Serbis» του Μπριγιάντε Μεντόζα (Διαγωνιστικό τμήμα). Η οικογένεια Πινέδα λειτουργεί ένα τσοντάδικο στο οποίο εξελίσσεται και πορνεία (νεαρά αγόρια πουλάνε το κορμί τους σε καψωμένους θαμώνες). Παρακολουθούμε μια μέρα από τη ζωή τους… Το συγκεκριμένο είδος σινεμά προσωπικά με κουράζει. Σκηνές που εξελίσσονται σε χρόνο ρεαλιστικό, ντεμέκ υποβόσκουσα κοινωνική κριτική, και σκηνές σεξ έτσι για να ξεγελαστεί κανέναν πικραμένος. Δηθενιά και άγιος ο θεός…

Αυτά και για σήμερα. Αύριο πάλι...

Over and out…

Θόδωρος Γιαχουστίδης


61ο Φεστιβάλ των Καννών

Παρασκευή 16 Μαΐου


Στα λίγα χρόνια που έρχομαι στο φεστιβάλ, σήμερα είναι η πρώτη φορά που τις πετυχαίνω εντελώς… βροχερές! Ευτυχώς, η Σίσσυ προνόησε και πήρα μαζί μου και τις μπότες. Εντάξει, χρειάστηκε να αγοράσω μια ομπρέλα – ντεφ’ να γίνει…

Πρώτη πρωινή προβολή, το «Chaser» του πρωτοεμφανιζόμενου σε μεγάλου μήκους Κορεάτη, Να Χονγκ-τζιν (Εκτός συναγωνισμού – μεταμεσονύχτιες προβολές). Ο Τζανγκ-χο είναι πρώην αστυνομικός που «τα έπαιρνε» (όπως όλοι οι συνάδελφοί του). Φεύγοντας από την αστυνομία, έγινε… νταβατζής! Χρωστάει λεφτά αλλά του… εξαφανίζονται και κοπέλες, χωρίς να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Όταν, όμως, η τελευταία κοπέλα που στέλνει σε πελάτη, εξαφανίζεται επίσης, καταλαβαίνει ότι όλες, πριν εξαφανιστούν, δέχτηκαν κλήση από τον συγκεκριμένο. Αρχικά, θεωρεί ότι ο τύπος παίρνει τις κοπέλες του και τις πουλάει. Η αλήθεια είναι πολύ πιο φρικιαστική. Εντωμεταξύ, στο ίδιο χρονικό διάστημα, ένας άνθρωπος που θέλει να διαμαρτυρηθεί, καθώς δεν έχει νερό, ρίχνει τα… περιττώματά του στο πρόσωπο του δημάρχου της Σεούλ, κάνοντας την κατάσταση για την αστυνομία (που δεν μπόρεσε να σταματήσει το γεγονός) ιδιαίτερα ασφυκτική… Είναι τρομεροί αυτοί οι Κορεάτες! Παίρνουν το σενάριο για μια ταινία που τα τσακάλια του Χόλιγουντ θα έκαναν «κρα» για να αποκτήσουν, και το μπολιάζουν με σπουδαίες νύξεις, εντείνοντας το ανθρώπινο στοιχείο! Το ίδιο σενάριο αν γυριζόταν στο Χόλιγουντ ίσως να είχε περισσότερη «δράση», θα χανόταν, όμως, κάτω από τον επαγγελματισμό των εκεί σκηνοθετών. Το παλικάρι εδώ γυρίζει μια κανονική αστυνομική ταινία. Ξέρει, όμως, να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή αλλά και να του ρίξει cookies εξόχως λατρεμένα. Ουσιαστικά, παρακολουθούμε το ξύπνημα της ανθρωπιάς ενός ανθρώπου που την είχε χάσει προ πολλού. Το ότι γνωρίζουμε τον δολοφόνο από νωρίς, καθώς και η όλη χειραγώγηση που κάνει στην αστυνομία, θυμίζει το «Seven». Ο σκηνοθέτης, όμως, βάζει και χιούμορ (το με τι μελανά χρώματα περιγράφει τους κορεάτες αστυνομικούς, δεν περιγράφεται), κάνει πολιτικές αιχμές και ξέρει να κερδίσει και τη συγκίνηση από το θεατή – κυρίως με το κοριτσάκι που η μητέρα του φαίνεται να είναι το τελευταίο θύμα του παρανοϊκού δολοφόνου. Η ταινία παίζει με τα κλισέ αλλά τα ξεπερνάει. Λίγο να «μάζευε» το φιλμ ο σκηνοθέτης και αν δεν άφηνε να του ξεφύγει χρονικά (αλλά και σε υπερβολή) η τελευταία μονομαχία του «καλού» με τον «κακό», θα μιλούσαμε για ακόμα ένα κορεάτικο φιλμ που συνδυάζει εμπορικότητα με καλλιτεχνικά στοιχεία. Ότι το καλύτερο δηλαδή!


Δεύτερη προβολή της ημέρας αποτέλεσε το «Soi cowboy» του Τόμας Κλέι (Ένα κάποιο βλέμμα). Στην Ταϊλάνδη, ένας πολύ… υπέρβαρος Δανός που φαίνεται να βγάζει χρήματα από τον κινηματογράφο, ζει με μια λεπτεπίλεπτη πιτσιρίκα στην Μπανγκόκ, την οποία έχει αφήσει και έγκυο. Γνωρίστηκαν στο κακόφημο μπαρ «Soi Cowboy» και κόλλησαν. Ο Δανός την ερωτεύτηκε, εκείνη τον χρησιμοποίησε ως εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή. Δεν επικοινωνούν μεταξύ τους κι εκείνης δεν της αρέσει καθόλου να κάνουν μαζί σεξ, κάτι που εκείνος ζητά συνεχώς. Εντωμεταξύ, μαφιόζοι ζητάνε από έναν τύπο που δουλεύει σε ριζοχώραφα, να τους παραδώσει το κεφάλι του αδελφού του… Ο Τόμας Κλέι μετά την πρώτη του ταινία «Η μεγάλη έκσταση του Ρόμπερτ Καρμάικλ» επιστρέφει με ένα αλλοπρόσαλλο φιλμ. Στα 3/4 της η ταινία είναι ασπρόμαυρη, με ελάχιστους διαλόγους: φαίνεται πως ο Κλέι μιμείται το σινεμά του Τσάι Μινγκ Λιάνγκ. Όμως, το μιμείται βασανιστικά: πχ επί 5 λεπτά βλέπουμε τον Δανό να κάνει ντουζ και σε πρώτο πλάνο την νεαρή Ταϊλανδή να τρώει πρωινό, ρύζι με ψάρι! Γενικώς, ο Κλέι παίζει με την υπομονή των θεατών, ενώ το δεύτερο μέρος, το έγχρωμο, δεν κολλάει καθόλου με την υπόλοιπη ταινία. Κάποιες εξυπνάδες, ότι πχ ο Δανός (τον υποδύεται ο πολύ χοντρός Δανός ηθοποιός Νίκολας Μπρο) πηγαίνει να βρει παράνομα dvd από ταινίες όπως το «Inland Empire» ή τη «Μεγάλη έκσταση του Ρόμπερτ Καρμάικλ» και παίρνει τελικά το «This is England» και τη «Βασίλισσα» ή ότι μιλάει για το φεστιβάλ Καννών και για συμφωνίες με τους Γουάινστάιν, αποτελεί στάχτη στα μάτια. Κρίμα, καθώς στο διαμέρισμά τους διαθέτουν τον ίδιο φούρνο μικροκυμάτων (έναν LG) που έχω κι εγώ στο δικό μου, ενώ και ο τρόπος που γράφει ο «ήρωας» στο κομπιούτερ του είναι αυτός ακριβώς που γράφω κι εγώ στο δικό μου. Βασανιστική ταινία – δεν αποκλείεται, όμως, να χτυπήσει βραβείο!!!

Επόμενη ταινία, μια έκπληξη: το «Rumba» από το Βέλγιο των Ντομινίκ Αμπέλ, Φιόνα Γκόρντον και Μπρουνό Ρομί (Εβδομάδα της Κριτικής). Ο Ντομ και η Φιόνα είναι ζευγάρι καθηγητών σε ένα σχολείο, κάπου στην επαρχία του Βελγίου. Εκείνος είναι καθηγητής φυσικής αγωγής, εκείνη αγγλικών. Είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι που πέρα όλων των άλλων, τους ενώνει η αγάπη τους για το χορό και ιδίως τη ρούμπα. Κερδίζουν σε διαγωνισμούς και είναι ευτυχισμένοι. Όμως, προκειμένου να αποφύγουν έναν τύπο που θέλει να αυτοκτονήσει, ντελαπάρουν το αυτοκίνητό τους. Αποτέλεσμα: ο Ντομ παθαίνει αμνησία και η Φιόνα χάνει το ένα της πόδι. Θα καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυστυχία τους; Οι κωμωδίες είναι σπάνιες στις Κάννες κι όποτε προκύπτει μια τέτοια, το διασκεδάζουμε τα μάλα. Στο μόλις 77 λεπτών τούτο φιλμ, ο Ζακ Τατί θα έβγαζε το καπέλο του. Χιούμορ σωματικό, χιούμορ παράλογο, χιούμορ ευφραντικό, με λίγα λόγια, πολύ μουσική και έξυπνα τρυκ. Μια εξαιρετική ταινία, εντελώς «έξω καρδιά», που έκανε όλη την αίθουσα να γελάσει. Από μια σειρά κορυφαίων σκηνών, επιλέγουμε εκείνη όπου η Φιόνα, βάζοντας το ξύλινο πόδι της σε αυτοσχέδια φωτιά μια ρομαντική νύχτα, καταλήγει να κάψει όλο της το σπίτι, με την... αρωγή, βεβαίως, του Ντομ…


Τελευταία προβολή της ημέρας: «Vicky Cristina Barcelona» του Γούντι Άλεν (Εκτός συναγωνισμού). Δυο αμερικανίδες, η Βίκυ και η Χριστίνα, εντελώς αντίθετες ως χαρακτήρες κι όχι μόνο (η Βίκυ είναι μελαχρινή, ρεαλίστρια και συγκρατημένη, η Χριστίνα είναι ξανθιά, ρομαντική και ονειροπαρμένη), πηγαίνουν μαζί στη Βαρκελώνη. Εκεί, θα γνωρίσουν έναν Ισπανό ζωγράφο που θα τις πλησιάσει και θα τις ζητήσει να περάσουν ένα σαββατοκύριακο μαζί στο Οβιέδο και να κάνουν σεξ! Με τα πολλά, οι κοπέλες δέχονται – το πρώτο σκέλος της πρότασης. Η Βίκυ δεν θέλει (είναι να παντρευτεί κιόλα προσεχώς), η Χριστίνα πετάει τη σκούφια της! Εντέλει, πηγαίνουν με ένα μικρό αεροπλάνο που οδηγεί εκείνος! Ο ζωγράφος φλερτάρει και με τις δύο, εκείνη που ανταποκρίνεται, όμως, είναι μόνον η Χριστίνα. Όταν την κρίσιμη σκηνή αρρωσταίνει, ο Χουάν Αντόνιο (ο ζωγράφος) βγαίνει με τη Βίκυ. Εκείνη, θα χαλαρώσει και εντέλει θα κοιμηθεί μαζί του! Ο κόσμος της ανατρέπεται. Πίσω στη Βαρκελώνη, ο Χουάν Αντόνιο βγαίνει με την Χριστίνα και γίνονται ζευγάρι. Κάποια στιγμή, μπαίνει στη ζωή τους ο πρώην μεγάλος έρωτας του Χουάν Αντόνιο, η Μαρία Έλενα και κάνουν… τρίο! Όταν η Βίκυ και η Χριστίνα ετοιμαστούν να γυρίσουν πίσω στις ΗΠΑ, τίποτε δεν θα έχει μείνει το ίδιο… Σε περίεργη φάση πετυχαίνουμε πια τον Γούντι Άλεν. Η ταινία του δεν έχει καμία σχέση με τις κωμωδίες στις οποίες τον συνηθίσαμε. Δεν έχει σχέση, όμως, ούτε με το σπουδαίο «Match point» με το οποία αναγεννήθηκε η καριέρα του. Ένα γαϊτανάκι χαρακτήρων, με προβληματισμούς πάνω στην έννοια του έρωτα: αυτό είναι όλο. Με μπόλικη... τουριστική διάθεση, ο Άλεν δείχνει την Μπαρτσελόνα σε όλο της το μεγαλείο, αναφέρεται στον σπουδαίο Γκαουντί και τον Μιρό, μιλάει για τέχνη κτλ. Όμως, με το πέρας της ταινίας νιώθεις απλά πως κάποιος σου διηγήθηκε μια ιστορία που είχε ενδιαφέρον, αλλά δεν... τρελάθηκες κιόλα μαζί της. Ο Μπαρδέμ νιώθει άνετα μέσα σε όλο το κοριτσομάνι, οι Πενέλοπε Κρουζ και Σκάρλετ Τζοχάνσον είναι πανέμορφες (μάλιστα, ανταλλάσουν κι ένα παθιασμένο φιλί μεταξύ τους – σκάνδαλο για τον Άλεν που δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια), η πραγματική αποκάλυψη της ταινίας, όμως, ερμηνευτικά, είναι η Ρεμπέκα Χαλ, πρωταγωνίστρια σε ταινίες όπως «Ο πρωτάρης της χρονιάς» και «The Prestige». Ενδιαφέρουσα ταινία αλλά λίγη...

Αυτά και για σήμερα. Αύριο πάλι...

Over and out

Θόδωρος Γιαχουστίδης

In Cannes...


61ο Φεστιβάλ των Καννών

Ημέρα 1 – Πέμπτη 15/5

Χαίρετε! Για άλλη μια χρονιά, ανταποκρίσεις από το φεστιβάλ των Καννών! Μετά από ταξίδι – οδύσσεια (ενός ξεριζωμένου), κατορθώσαμε να φτάσουμε στην πόλη που για 10 ημέρες γίνεται το κέντρο του (κινηματογραφικού) κόσμου. Η ώρα ήταν 01.30 το πρωί, οι πόρτες του ξενοδοχείου ήταν κλειστές και ο Γιάννης, ο Τέλλος και η Στέλλα δεν απαντούσαν στα κινητά τους: κοιμόντουσαν! Εντέλει, έγινε θαύμα και μπήκα μέσα και δεν κοιμήθηκα καταγής, όπως κάνουν πολλοί κλοσάρ στην πόλη, ιδίως κάτω από γέφυρες. Τόσος πλούτος και φαντασμαγορία από τη μια, τόσο φτώχεια και μιζέρια από την άλλη. Αυτά έγιναν Τετάρτη προς Πέμπτη...

Την Πέμπτη πήγαμε, βγάλαμε τη διαπίστευσή μας και είδαμε και την πρώτη μας ταινία. Τίτλος της: «Leonera» του Πάμπλο Τραπέρο (Διαγωνιστικό τμήμα). Στην Αργεντινο-Νοτιοκορεάτικη (;) αυτή συμπαραγωγή, όπου μεταξύ των παραγωγών είναι και ο Βάλτερ Σάλες, η υπόθεση θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Αμάρτησα για το παιδί μου» με μεσότιτλο: «Της φυλακής τα σίδερα κάνουν καλό σε όλες»! Μια κοπέλα ξυπνάει μια μέρα μέσα στα αίματα, πλένεται, πηγαίνει στη δουλειά της κι όταν επιστρέφει, βλέπει στο διαμέρισμά της δύο άντρες γυμνούς: ο ένας νεκρός και ο άλλος τραυματίας. Ο νεκρός, ήταν το αγόρι της. Ο άλλος ήταν ο εραστής του! Η ίδια δεν θυμάται και πολλά. Θα μπει φυλακή, όντας έγκυος. Θα γεννήσει. Θα δεθεί με το παιδί της. Και όταν η ευκατάστατη μητέρα της – που την είχε αφήσει με τον άρρωστο πατέρα της και είχε φύγει για Γαλλία, της πάρει το παιδί, η ίδια θα κάνει ότι μπορεί για να το πάρει πίσω... Ξεκινάει ως θρίλερ και μέχρις ενός σημείου, σε ιντριγκάρει η ταινία – βοηθάει και η παρουσία της γοητευτικής Μαρτίνα Γκούσμαν στον κεντρικό ρόλο. Μετά, όμως, πέφτει συνεχώς, γίνεται προβλέψιμη και σε σττιγμές πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται πως βλέπει ελληνικό μελόδραμα από τη δεκαετία του ‘60. Τον εραστή του νεκρού, σε μικρό ρόλο, υποδύεται ο Ροντρίγκο Σαντόρο (ξέρετε, ο Ξέρξης στους «300»). Μάλιστα, ο Τραπέρο αποφάσισε να γυρίσει κάτι σαν σίκουελ – τι θα κάνει η κοπέλα και το παιδιί της από τη στιγμή που ουσιαστικά το απαγάγει... Κρίμα – ο σκηνοθέτης είχε δείξει πολύ καλύτερα δείγματα στις προηγούμενες ταινίες του...

Δεύτερη ταινία: «Hunger» του Στιβ ΜακΚουίν – η ταινία που άνοιξε το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Η ταινία διηγείται τις 6 τελευταίες εβδομάδες της ζωής του Μπόμπι Σαντς. Ποιος είναι ο Μπόμπι Σαντς; Ιρλανδός από το Μπέλφαστ, μέλος του IRA, ο οποίος το 1981 είχε συγκλονίσει τον κόσμο (αλλά όχι την Μάργκαρετ Θάτσερ...) με τον αγώνα του. Αρχικά, μαζί με τους συγκρατούμενούς του (ναι, είχε συλληφθεί από τους Βρετανούς), ξεκίνησαν αντίσταση κατά την οποία δεν πλένονταν, δεν ξυρίζονταν και δεν κουρεύονταν! Όταν ο αγώνας αυτός εγκαταλήφθηκε, ξεκίνησε, αυτός και άλλοι 75 φυλακισμένοι, απεργία πείνας. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος που πέθανε, μετά από 66 ημέρες... Ένας «συνηθισμένος» σκηνοθέτης θα περιέγραφε τα ούτως ή άλλως συγκλονιστικά γεγονότα, γραμμικά και ακαδημαϊκά: το θέμα δεν χρειάζεται φιοριτούρες. Ο πρωτοεμφανιζόμενος, όμως, ΜακΚουίν, δεν ενδιαφέρεται μόνον για αυτό: να «κοινωνήσει» δηλαδή την ιστορία. Τον ενδιαφέρει και ο τρόπος και η τεχνική. Πχ, στην πρώτη μισή ώρα της ταινίας ακούμε ελάχιστους διαλόγους. Μετά, στο μέσον της, έχουμε μία σκηνή όπου ο Σαντς συνομιλεί με έναν καθολικό παπά, η οποία διαρκεί 30 λεπτά με ακίνητη κάμερα, χωρίς μοντάζ (καταλαβαίνετε ότι μιλάμε για σπουδαίους ηθοποιούς). Αλλά και η οπτική γωνία που καταγράφει τα γεγονότα είναι παράξενη: εστιάζει στον Σαντς από το μέσον και μετά. Για πολύ ώρα εστιάζει στον αρχηγό των βασανιστών ή σε άλλους κρατουμένους. Έχει σκηνές όπου σε πρώτο πλάνο βλέπουμε κάτι και σε δεύτερο «κρύβεται» κάτι περισσότερο. Πχ, τα αντίστοιχα ΜΑΤ βαράνε τους κρατουμένους κι ένας νεαρός ματατζής, που δεν αντέχει, λυγίζει και σπάει, κρύβοντας τον εαυτό του πίσω από έναν τοίχο, χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι οι συνάδελφοί του... Και η αισθητική του σκηνοθέτη είναι απίστευτη: σε ένα πλάνο ο αρχιβασανιστής καπνίζει τσιγάρο στο προαύλιο της φυλακής, χιονίζει και μια νιφάδα χιονιού λιώνει στα ματωμένα (από τις γροθιές που δίνει) χέρια του. Εξαιρετική ταινία, σκληρή και αδυσώπητη, που προκαλεί αίσθηση...

Και συνεχίζουμε με πρόγραμμα της Πέμπτης λοιπόν…

Ο Τούρκος Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν είναι πάνω απ’ όλα ένας άριστος φωτογράφος. Στήνει κάδρα περισσής ομορφιάς, τα οποία πολλές φορές είναι δομημένα από πολύ απλά υλικά. Πχ, στη νέα του ταινία «Uc maymun» – Τρεις μαϊμούδες θα το μεταφράζαμε – (Διαγωνιστικό τμήμα), πέρα από το ότι «πιάνει» τη συννεφιασμένη Κωνσταντινούπολη εκπληκτικά, έχει σκηνές όπως πχ ένα ανοιχτό παράθυρο φτωχικού σπιτιού που «βλέπει» στη θάλασσα, συγκλονιστικές. Ή εκείνη της αρχής όπου ένα αμάξι που κινείται βραδιάτικα σε δρόμο με δέντρα, το ακολουθεί η κάμερα από κοντά, έως ότου η κάμερα σταματάει και βλέπουμε τα φώτα του αμαξιού καθώς απομακρύνεται, ως μια δέσμη φωτός που ρίχνεται πάνω στα δέντρα και διαρκώς μικραίνει. Άψογος! Από αισθητική, πιάνει μεγάλες επιδόσεις ο μπαγάσας. Το θέμα τώρα έχει ως εξής: επίδοξος βουλευτής χτυπάει βραδιάτικα με το αυτοκίνητό του έναν άνθρωπο. Θα πείσει τον πιστό οδηγό του να πάρει εκείνος την ευθύνη, να κάνει για λίγο φυλακή και ως αντάλλαγμα να του δώσει αρκετά χρήματα. Ο οδηγός δέχεται. Ο γιος του θέλει προκαταβολή για να πάρει αμάξι, η γυναίκα του πάει να τη ζητήσει από το βουλευτή και αναπτύσσει ερωτική σχέση μαζί του, ο οδηγός αποφυλακίζεται και καταλαβαίνει ότι κάτι πάει στραβά, ο γιος που πιάνει τη μάνα του «στα πράσα» σκοτώνει το βουλευτή και ο οδηγός πηγαίνει σε κάποιον ακόμα πιο φτωχό για να αναλάβει εκείνος την ευθύνη με αντάλλαγμα χρήματα… Οι τρεις ήρωες της οικογένειας είναι οι τρεις μαϊμούδες του τίτλου: δεν βλέπουν, δεν ακούνε, δεν μιλάνε. Αποφασίζουν, ο καθένας ξεχωριστά, να κρατήσει μια μικρή αναποδιά, μυστικό, γεγονός για τον εαυτό του. Όμως, τα μικρά οδηγούν αναπόφευκτα σε μεγάλα. Συνολικά, η ταινία υπολείπεται κατά τι από τα «Κλίματα αγάπης», την προηγούμενη ταινία του, όμως και πάλι ο Τούρκος μεγαλουργεί οπτικά, χρησιμοποιώντας μάλιστα ψηφιακή κάμερα. Με καταιγίδα ξεκινάει η ταινία, σε καταιγίδα τελειώνει, υπάρχει ανθρώπινη δυστυχία, όμως ο Τσεϊλάν αφήνει και απαραίτητες ανάσες χιούμορ, με το «σκυλάδικο» ρινγκ τόουν της μητέρας πχ. Και η ώριμη πρωταγωνίστρια, που φέρνει λίγο στην δική μας Κατερίνα Διδασκάλου (όπως επισήμανε ο φίλος Αλέξανδρος Λιζάρδος) είναι φοβερά ερωτική γυναίκα…

Επόμενο φιλμ, το «4 nights with Anna» του Γιέρζι Σκολιμόφσκι, με την οποία άνοιξε και το πρόγραμμα του «Δεκαπενθήμερου των Σκηνοθετών». 17 χρόνια είχε να φτιάξει ταινία ο Σκολιμόφσκι. Ο εξαιρετικός Πολωνός σκηνοθέτης, όταν βγήκε στη σκηνή για να παρουσιάσει αυτό το φιλμ, κέρδισε το κοινό με όσα έλεγε. Μεταξύ των άλλων, είπε πως μετά την προηγούμενη ταινία του, είχε ορκιστεί πως δεν θα φέρει στις Κάννες μια τόσο μέτρια ταινία. Του πήρε 17 χρόνια για να τα καταφέρει. Τελειώνοντας τη δήλωσή του είπε: «Θα ήθελα να πω στους φίλους μου: Επέστρεψα. Θα ήθελα να πω στους εχθρούς μου: Επέστρεψα!». Η ταινία του Σκολιμόφσκι είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Ο ήρωάς της είναι ένας μοναχικός επιστάτης που δουλεύει στο κρεματόριο ενός νοσοκομείου σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας. Λίγα χρόνια πριν, ήταν μάρτυρας του βιασμού της Άννας, για τον οποίο κατηγορήθηκε (ενώ ήταν αθώος) και φυλακίσθηκε – φυλακή στην οποία δεν πέρασε καθόλου καλά. Φροντίζει την άρρωστη μητέρα του και πλέον παρακολουθεί την Άννα η οποία πια έχει γίνει νοσοκόμα στο εν λόγω νοσοκομείο. Ο ήρωάς μας είναι ερωτευμένος μαζί της. Την παρακολουθεί όλη μέρα. Και τη νύχτα, μπαίνει στο διαμέρισμά της για να είναι κοντά της όσο εκείνη κοιμάται… Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Με στοιχεία από τη «Μικρή ερωτική ιστορία» του Κισλόφσκι (ο άντρας που παρακολουθεί από μακριά μια γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος) αλλά και το «3 iron» του Κιμ Κι Ντουκ (μπαίνει στο σπίτι της και προσπαθεί να διορθώσει χαλασμένα πράγματά της), το φιλμ είναι αρκούντως καλλιτεχνικό. Κι επειδή δεν ξεχωρίζεις εύκολα πότε ο σκηνοθέτης εστιάζει στο φιλμικό παρόν και πότε στο παρελθόν, λίγο δυσκολεύει τη θέαση από το μέσο θεατή. Η μουσική είναι εξαιρετική και μια σκηνή είναι απλά συγκλονιστική: ο ήρωας κόβει τον ξύλινο τοίχο του σπιτιού του για να μπορεί να βλέπει το αντικείμενο του πόθου του καλύτερα. Και οι άλλοι χτίζουν πέτρινο τοίχο ανάμεσά τους για να τους χωρίσουν…

Τελευταία ταινία που είδαμε την Πέμπτη ήταν το «Moscow, Belgium» του πρωτοεμφανιζόμενου Κριστόφ Βαν Ρομπέι (Εβδομάδα της Κριτικής). Η Μάτι είναι μια 40αρα υπάλληλος ταχυδρομείου στη Γάνδη, σε μια συνοικία που ονομάζεται «Μόσχα». Έχει τρία παιδιά ανήλικα: δυο κόρες και έναν γιο. Ο σύζυγός της την έχει πρόσφατα εγκαταλείψει για μια πιτσιρίκα μαθήτριά του: διδάσκει τέχνη. Η Μάτι κινείται σαν χαμένη: η όλη φάση της έχει στοιχίσει. Μια μέρα, στο πάρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, θα συγκρουστεί με ένα φορτηγό. Οδηγός του ο κατά 10 τουλάχιστον χρόνια μικρότερός της, Τζόνι. Οι δυο τους θα βριστούν, ο Τζόνι, όμως, εντέλει θα γουστάρει. Θα πολιορκήσει τη Μάτι και τελικά θα την «ρίξει». Η Μάτι είναι επιφυλακτική: θέλει να γυρίσει στην προηγούμενη, φυσιολογική ζωή της. Και τα πράγματα χειροτερεύουν όταν μαθαίνει ότι ο Τζόνι έχει πάει φυλακή, τρεις φορές, μεταξύ των άλλων επειδή έδειρε τη σύζυγό του. Τι θα επιλέξει; Να γυρίσει στον δοκιμασμένο σύζυγο ή να βιώσει τον έρωτα με τον Τζόνι; Στα φεστιβάλ, το να πέφτεις σε τέτοιες «κανονικές» ταινίες είναι και λίγο ευλογία. Όλο κουλτούρα, κουλτούρα, δεν αντέχεται βρε παιδιά! Αυτή η ταινία είναι μια κωμωδία με δραματικά στοιχεία, που διηγείται διακριτικά και χωρίς φανφάρες μια ανθρώπινη ιστορία. Βάλσαμο πραγματικά! Ότι έπρεπε για τελευταία νυχτερινή προβολή. Αν ήταν κάτι βαρύ, μάλλον θα τον… παίρναμε λιγάκι (τον ύπνο ντε, μπα σε καλό σας)…

Έτσι, ολοκληρώνουμε την ανταπόκρισή μας για την 2η μέρα, την Πέμπτη. Αύριο, Σάββατο, θα σας μιλήσουμε για τα τεκταινόμενα της Παρασκευής…

Over and out…

Θόδωρος Γιαχουστίδης