Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Μοναδική μου ηλιαχτίδα (Hayat Var) του Ρεχά Ερντέμ


HAYAT VAR (MY ONLY SUNSHINE) λέγεται το φιλμ του Τούρκου σκηνοθέτη Reha Erdem, με άξονα τη νεαρή πρωταγωνίστρια Elit Iscan, ως ένα από τα τρία πρόσωπα μιας οικογένειας που αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές γενιές.
Ο παππούς είναι κατάκοιτος, έχει ανάγκη τη μάσκα οξυγόνου, αλλά παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, επιμένει να καπνίζει, ενώ παραπονιέται ασταμάτητα. Εκπρόσωπος της γενιάς που αφού γαλούχησε τους απογόνους της με πάμπολλα «κατηγορώ», εξακολουθεί να τους φορτώνει με περιττές ενοχές.
Ο γιος του είναι βαρκάρης στον Βόσπορο και ασχολείται με το ψάρεμα, ενώ παράλληλα αρπάζει κάθε ευκαιρία που του προσφέρεται για να κάνει λαθρεμπόριο ή να μεταφέρει πόρνες στα πλοία που έχουν αράξει εκεί, ξεγελώντας την αστυνομία ή εκμεταλλευόμενος την ανοχή της. Βιώνει κατεργάρικα ένα ολιγαρκές παρόν…
Έχει μια κόρη, τη Χαγιάτ, στις αρχές της εφηβείας. Η ζωή της είναι ιδιαίτερα μονότονη, όσο και το δρομολόγιο που ακολουθεί κάθε μέρα για να πάει στο σχολείο. Αδιαφορεί για τα μαθήματά της, μιλάει ελάχιστα… Όταν δεν περιποιείται τον παππού της, επισκέπτεται τη μητέρα της, η οποία στο μεταξύ έχει παντρευτεί έναν αστυνομικό και έχει αποκτήσει έναν γιο, που ακόμη είναι βρέφος. Όλη αγάπη της έχει διοχετευτεί σ’ αυτόν.
Η Χαγιάτ επικοινωνεί ελάχιστα με το περιβάλλον της. Μάλλον περιφρονεί τους δικούς της. Δεν υπακούει στις εντολές του παππού, από τον οποίο έχει κληρονομήσει το άσθμα, δεν ενημερώνει τον πατέρα της για τα παράπονα των δασκάλων. Ο διευθυντής του σχολείου, μια αρχή αμήχανη μα και ανίκανη, περιορίζεται σε ένα κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύει με τη λακωνική επίπληξη «τς, τς τς…», όταν την πιάνουν να αντιγράφει σε διαγώνισμα. Η Χαγιάτ προτιμά να χάνεται στις εικόνες της τηλεόρασης. Από τη φτωχική παράγκα τους παρατηρεί απέναντι, πέρα από τη θάλασσα, τη γνωστή-άγνωστη μεγαλούπολη και ξεσπάει κλωτσώντας μια γαλοπούλα.
Η μεσήλικας γειτόνισσα, τραυματισμένη από έναν βιασμό όταν ήταν μικρή, αρέσκεται στο να την περιποιείται: της μαγειρεύει, κάποτε τη χαϊδεύει ή της πλένει τα πόδια. Μικρές ενδείξεις τρυφερότητας και λανθάνοντα λεσβιανισμού…
Οι συνομήλικοί της που επιχειρούν τα πρώτα αθώα φλερτ, δεν έχουν βρει τον κατάλληλο τρόπο να την πλησιάσουν. Λένε καψουροτράγουδα και προσφέρουν τσιγάρα. Ξεγελάνε την ανία τους με το ποδόσφαιρο. Βάφουν τα πρόσωπά κίτρινο και μπλε, τα χρώματα της Φενερμπαχτσέ, και πηγαίνουν στο γήπεδο να υποστηρίξουν την ομάδα τους…
Όταν μια πόρνη από αυτές που πηγαινοφέρνει ο πατέρας της στα πλοία θα της χαρίσει ένα κραγιόν, η Χαγιάτ θα βάψει τα χείλια της και θα κοιταχτεί προσωρινά αυτάρεσκα στον καθρέφτη. Έχει μεγαλώσει. Ένας νεαρός με κίτρινο/μπλε πρόσωπο, που έχει κερδίσει το ενδιαφέρον της, αφήνει την παρέα του και την πλησιάζει... Εκείνη είναι έτοιμη να φύγει μαζί του, με μια μηχανοκίνητη βάρκα στα νερά του Βοσπόρου, βάφοντας ολόκληρο το πρόσωπό της κόκκινο…
Η νέα γενιά έχει ξεφύγει από της συμβατικότητες των προηγούμενων, έχει τους δικούς τους κώδικες, ίσως ακόμη δεν ξέρει τι να τους κάνει, ίσως δεν την ενδιαφέρει καν να ψαχτεί.Όπως και να ’χει, το μέλλον της ανήκει.Με όμορφες, καθησυχαστικές και σε στιγμές ωραιοπαθείς εικόνες, ο Erdem ξεδιπλώνει μια καθημερινή ιστορία που διαβάζεται σε πολλά επίπεδα καταφέρνοντας να αγγίξει και να προβληματίσει παγκοσμίως, παρά την απόλυτα βαλκανική της ταυτότητα. Ίσως, μάλιστα, ακριβώς γι’ αυτό.Σ' αυτή τη συμπαραγωγή Τουρκίας-Ελλάδας-Βουλγαρίας, ο αγγλικός τίτλος προέρχεται από το τραγούδι «You Are My Sunshine» των Jimmie Davis και Charles Mitchell που έχει γνωρίσει πάμπολλες εκτελέσεις. Στην ταινία ακούγεται από ένα παιδικό αρκουδάκι.
Μιά ταινία που αξίζει να μη περάσει απαρατήρητη και συνεχίζει για δεύτερη ενδομάδα στον κινηματογράφο ΦΙΛΙΠ (Πλ.Αμερικής)
Βασίλης Κοντόπουλος

2 σχόλια:

Κώστας Ποτακίδης είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Κώστας Ποτακίδης είπε...

την ταινία την είδα στην φετινή berlinale . Τα συναισθήματα που μου άφησε ανάμικτα . Προβλέψιμη σε κάθε σκηνή , ευαίσθητη και γλυκεία , υπέροχη η μικρούλα , μουσική ότι νάνε κι όπως νανε . Δεν την λες αριστούργημα και φυσικά με με τίποτα αδιάφορη . Αν η διάρκεια της ήταν λιγότερη και αν το σενάριο ήταν καλύτερα δουλεμένο χωρίς τόσες επαναλήψεις και στατικές σκηνές ίσος και να κατατασσόταν μέσα στις 5 -6 καλύτερες που είδα φέτος στο Βερολίνο . έτσι όμως όπως είναι κουράζει κάπως