Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΧΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΗΧΩΝ ΤΟΥ ΤΟΚΙΟ της Ιζαμπέλ Κοϊχέτ



MAP OF THE SOUNDS OF TOKYO
Σκηνοθεσία: Ιζαμπέλ Κοϊχέτ
Παίζουν: Ρίνκο Κικούτσι, Σέρζι Λόπεζ, Μιν Τανάκα, Τακέο Νακαχάρα
Ισπανία, 2009
Διάρκεια: 109′

Αξιολόγηση: *****

Τρία αγαπημένα κινηματογραφικά θέματα:

Ο πληρωμένος δολοφόνος: Κάποιος που μοιάζει να έχει παγώσει τον συναισθηματικό του κόσμο. Ψυχρός. Υπολογιστής. Και τελικά ακαταμάχητα γοητευτικός. Ίσως γιατί συναισθανόμαστε ότι κατά βάθος η παγερή του στάση οφείλεται σε υπέρμετρη ευαισθησία. Ο πληρωμένος δολοφόνος είναι κάποιος που πιστεύει τόσο πολύ στον Άνθρωπο, ώστε να έχει απογοητευτεί πλήρως από τους ανθρώπους, τη μικρότητα και τις αδυναμίες τους. Σκοτώνει χωρίς δισταγμούς ίσως γιατί είναι ήδη νεκρός ο ίδιος. Νεκρός από ελπίδα. «Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο», Ζαν-Πιέρ Μελβίλ, 1967.

Ο μοναχικός συλλέκτης ήχων: Ο ωτακουστής της ζωής. Ο εθισμένος στο περιθώριο και στο παρασκήνιο, αυτός που δεν τολμά να διεκδικήσει τίποτα για τον εαυτό του, γιατί είναι πεπεισμένος ότι δεν το δικαιούται. Ίσως γιατί είναι απογοητευμένος από τον εαυτό του. Ίσως γιατί είναι απογοητευμένος από τους άλλους. Με τους ήχους που συλλέγει συνθέτει φανταστικούς κόσμους και δραπετεύει σε αυτούς. Ο ονειροπόλος. «Μπλόου-Άουτ», Μπράιαν ντε Πάλμα, 1981.

Η μεγαλούπολη: Η ελπίδα όλων όσων έχουν κάτι να κρύψουν. Τη μοναξιά τους, την αμαρτία τους, την απελπισία τους. Άλλα και όλων όσων ψάχνουν για κάτι. Η μεγαλούπολη προσελκύει ταυτόχρονα τους πιο απονεκρωμένους, αλλά και τους πιο ζωντανούς ανθρώπους. Γι’ αυτό και είναι συναρπαστική, μοιάζει με ταινία, έχει τους δικούς της ρυθμούς. «Η Αλίκη στις πόλεις», Βιμ Βέντερς, 1974.

Ο πληρωμένος δολοφόνος: Μια γοητευτική και μυστηριώδης γυναίκα. Ασκεί ένα τελείως πεζό επάγγελμα: εργάζεται στην κεντρική λαϊκή αγορά του Τόκιο. Συχνά όμως μεταμορφώνεται σε μια αμείλικτη εκτελέστρια. Τις Κυριακές συνηθίζει να επισκέπτεται το νεκροταφείο και να πλένει τους τάφους των θυμάτων της. Δεν μιλάει πολύ, δεν έχει κοινωνική ζωή, ο μόνος της φίλος είναι…

Ο μοναχικός συλλέκτης ήχων: Ένας παραιτημένος πενηντάρης ηχολήπτης. Ανομολόγητα ερωτευμένος με τη γυναίκα, για την πραγματική ζωή της οποίας δεν γνωρίζει τίποτα. Ζει σιωπηρά χαμένος μέσα στη…

Μεγαλούπολη: Το Τόκιο. Ένα σύμπλεγμα ουρανοξυστών, ανισόπεδων κόμβων, δρόμων που θα μπορούσαν να ανήκουν σε οποιαδήποτε άλλη μεγαλούπολη της γης, ξενοδοχείων για ζευγάρια με αυτόματα μηχανήματα αντί για ρεσεψιόν και λαϊκών εστιατορίων που σερβίρουν σούσι και ράμεν, μια σούπα που τρώγεται απαραιτήτως με ηχηρό ρούφηγμα.

Ο χάρτης των ήχων του Τόκιο, Ιζαμπέλ Κοιχέτ, 2009: Ταινία που διαπλέκει τρία κλασικά κινηματογραφικά μοτίβα μαζί με μια σειρά πρόσθετων στοιχείων, αναφορές σε ταινίες, στην ιαπωνική κουλτούρα, μουσική, μοντάζ, χρώματα και ήχους για να φτιάξει ένα αμιγές κινηματογραφικό βίωμα, ένα αισθητικό και συναισθηματικό τριπ που έχει το δυναμικό για να καθηλώσει κάθε θεατή που διαθέτει τη θέληση, αλλά και την ικανότητα να ανοίξει μάτια, αυτιά και καρδιά και να τη δεχτεί. Προαπαιτούμενα είναι η αποδοχή των αργών ρυθμών, απολύτως απαραίτητων για να διεισδύσει βαθιά μέσα μας μια τόσο πυκνή ταινία, η αποδοχή μια κάπως προσχηματικής ιστορίας, η οποία δεν αποτελεί παρά ένα αφηγηματικό εργαλείο της ταινίας, και κυρίως η αποδοχή ότι ο κινηματογράφος τελικά δεν είναι ούτε λόγος, ούτε αφήγηση, ούτε μουσική, είναι ένα συγκεκριμένο και εντελώς μοναδικό συνονθύλευμα όλων αυτών και πολλών ακόμα στοιχείων, που δεν εισπράττεται και δεν αποκωδικοποιείται παρά μόνο σαν αυτό που είναι: κινηματογράφος και τίποτε άλλο.

Άγγελος Γιάννου


ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΥΣ ΓΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ του Μπαχμάν Γκομπαντί



KASI AZ GORBEHAYE IRANI KHABAR NADAREH
Σκηνοθεσία: Μπαχμάν Γκομπαντί
Παίζουν: Νεγκάρ Σαγκαχί, Ασκάν Κοσανεχάντ, Χάμεντ Μπεχνταντ, Μπαχμάν Αρνταλάν
Ιράν: 2009
Διάρκεια: 106’

Αξιολόγηση: ***

Τη μια λέμε πως δε γνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και την άλλη καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα πέρατα του κόσμου.

αραδείγματος χάριν, καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε γιατί έκλαψαν οι Βορειοκορεάτες στην κηδεία του Κιμ Γιονγκ Ιλ ενώ την ίδια στιγμή μεμφόμαστε το καθεστώς γιατί δεν επέτρεπε καμία πληροφόρηση να φθάσει ως εμάς, ώστε να γνωρίζουμε.

Και ταυτόχρονα ξεχνούμε. Ξεχνούμε τα ποτάμια δακρύων που χύνονται για έναν αποθανόντα πάπα ή για κάποια λαίδη Νταϊάνα. Ξεχνούμε τα οικεία μας θεοκρατικά παραληρήματα ενάντια στις ηλεκτρονικές ταυτότητες του σατανά ή τις εθνικιστικές ακρότητες του 1991, όταν μαθητές του δημοτικού εμείς, μας στέλνανε επισήμως στα συλλαλητήρια για να φωνάξουμε «τσεκούρι και φωτιά/ στα γυφτοσκοπιανά σκυλιά»…
Ας το πάρουμε απόφαση. Δε γνωρίζουμε όλες τις χώρες του κόσμου – δεν έχουμε βρεθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο εκεί, δεν ξέρουμε να προφέρουμε ούτε μια λέξη των γλωσσών τους. Η παγκόσμια πολιτική είναι αχανής όπως και το τοπίο των κρατών. Και είναι αποτελέσματα πολυπαραγοντικά: είναι οι επιταγές της Realpolitik, είναι οι πολιτισμικές ιδιοτυπίες, είναι τα διαφορετικά αγγίγματα της Ιστορίας.

Υπάρχουν βέβαια τα ερμηνευτικά σχήματα – προσωπικά προτιμώ να διαλέγω το ταξικό. Ωστόσο, δε με διαφωτίζει εν προκειμένω, γιατί για το μοντέρνο Ιράν γνωρίζω ό,τι ξεφύλλισα μόλις σήμερα. Και θέλω να κινηθώ χωρίς στερεότυπα, η ειδησιογραφία των τελευταίων ημερών για μια επέμβαση που σχεδιάζεται εναντίον του, πληθαίνει – και ξέρουμε πλέον καλά πως όταν ακούς για δικαιώματα και ελευθερίες ή όταν ακούς πως κυβερνά ένας τρελός ηγέτης (θεέ μου, τι σύμπτωση, οι εχθροί μας πάντα αποδεικνύονται τρελοί), καλύτερα να περιμένεις βόμβες.

Νομίζουμε πως ξέρουμε λοιπόν, όμως εγώ με το συγκεκριμένο φιλμ έμαθα και είδα πως η Τεχεράνη είναι ολόιδια η Αθήνα και έχει πιο όμορφο μετρό. Και πως στους δρόμους της κυκλοφορούν παρόμοιες φυλές με εδώ: hipsters, κοσμοπολίτες με ντύσιμο ακριβό.
Το θέμα της ταινίας είναι η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη καταγραφή των προσπαθειών που καταβάλουν οι πάμπολλες νεανικές μπάντες της Τεχεράνης να καταξιωθούν και να αποφύγουν ταυτόχρονα την ασφυκτική θεοκρατική πολιτική για τα πολιτιστικά ζητήματα. Ωστόσο, αν και οι προθέσεις του σκηνοθέτη είναι ευκρινείς και κεκαλυμμένα καταγγελτικές, η ταινία σε διάφορα σημεία εμφανίζει ρωγμές από όπου ξεπροβάλουν οι αντίρροπες τάσεις του περίπλοκου ιρανικού σύμπαντος.

Πολλά από τα συγκροτήματα δεν έχουν πολιτικούς στίχους, όχι επειδή δεν τους επιτρέπεται αλλά επειδή δε νιώθουν την ανάγκη. Κάποια παιδιά θέλουν να φύγουν στην Ευρώπη επειδή ασφυκτιούν μα άλλα δεν το διανοούνται καν. Η κεντρική ηρωίδα, απελευθερωμένη κοπέλα, δεν αποχωρίζεται ποτέ της τη μαντίλα. Στα παράνομα πάρτι η επαναστατικότητα εξαντλείται στο κοινό μαστούρωμα.

Και από την άλλη, οι στίχοι ενός χιπ χοπ κομματιού που ακούγεται θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από τους Active Member. Άραγε εμείς εδώ φαντασιωνόμαστε την καταπίεση ή αυτή είναι παρεμφερής στις μητροπόλεις του Παπαδήμου, του Ομπάμα και του Αχμαντινετζάντ;

Φυσικά και στο Ιράν υπάρχει η αυστηρή λογοκρισία (μα και στον ευαγγελικό νότο της Αμερικής καίνε τα βιβλία του Δαρβίνου). Φυσικά και υπάρχει η παράλογη «ηθική αστυνομία» (μα εδώ δε διαμαρτυρόμαστε που το κράτος δε διαπαιδαγωγεί ηθικά;). Οι προσπάθειες των παιδιών να τους ξεφύγουν άλλοτε θα είναι κωμικές κι άλλοτε γεμάτες ένταση και κίνδυνο.

Όπως και να έχει, η ταινία με την υπέροχη φωτογραφία της αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα διατομή της ιρανικής κοινωνίας. Είναι γεμάτη με πανέμορφα τραγούδια που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ειδών. Απηχεί το «Buena Vista Social Club» και κομίζει θησαυρούς αντίστοιχους με τα ethiopiques και τους Dengue Fever.

Αποτελεί μια εύγεστη εθνογραφική μπουκιά και ταυτόχρονα την αιτία μεγάλου καβγά μεταξύ του Γκομπαντί και του Κιαροστάμι για το κατά πόσο το Ιράν είναι ένα ιδανικό μέρος για σινεμά.

Γιατί όλα είναι πολιτική. Λίγο ή πολύ.

Δημήτρης Δρένος


Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ του Σεμπαστιάν Σίλβα



LA NANA

Σκηνοθεσία: Σεμπαστιάν Σίλβα
Παίζουν: Καταλίνα Σααβέντρα, Κλόντια Σελεντόν, Μαριάνα Λογιόλα, Αλεχάντρο Γκόιτς
Χιλή, Μεξικό: 2009
Διάρκεια: 92′

Αξιολόγηση: ****

Πρόκειται για μια λεπτοδουλεμένη, ευαίσθητη, οξυδερκή και αφαιρετική σπουδή χαρακτήρα, που προσφέρει όμως και ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο ερμηνείας. Η ταινία εστιάζει στο χαρακτήρα του τίτλου, την εσωτερική οικιακή βοηθό Ρακέλ, η οποία διαμένει εδώ και μια εικοσαετία μέσα στην ευρύχωρη μονοκατοικία μιας εύπορης οικογένειας με τέσσερα παιδιά. Φαινομενικά όλα κυλούν ειδυλλιακά και η οικογένεια ετοιμάζεται να κάνει έκπληξη στην πιστή της υπηρέτρια με μια τούρτα και διάφορα δώρα για τα τεσσαρακοστά πρώτα γενέθλιά της. Πόσο τέλεια μπορούν όμως να είναι τα πράγματα για μια κατά το μάλλον ή ήττον άσχημη, αμόρφωτη και φτωχή γεροντοκόρη η οποία ζει σε ένα ξένο σπίτι γεμάτο όμορφους, ευκατάστατους και γραμματιζούμενους ανθρώπους;

Η Ρακέλ εμφανίζει κάποια περίργα συμπτώματα και η καλοσυνάτη μαμά της οικογένειας αποφασίζει, παρά τις αντιρρήσεις της υπηρέτριας, να της προσλάβει μια βοηθό. Ούτε μία, ούτε δύο, αλλά τρεις βοηθοί θα χρειαστεί τελικά να παρελάσουν μέχρις ότου η αλλόκοτα αντιδραστική Ρακέλ βρει τελικά το δάσκαλό της στο πρόσωπο της Λούσι, μιας αντισυμβατικής υπηρέτριας, που θα καταφέρει εν τέλει να «ξεμπλοκάρει» την εσωστρεφή, ομιχλώδη προσωπικότητα της Ρακέλ. Από σκηνή σε σκηνή, ο σκηνοθέτης Σεμπαστιάν Σίλβα οικοδομεί ένα άκρως ενδιαφέρον και ερεθιστικό πορτρέτο χαρακτήρα, χωρίς ποτέ να γίνεται τόσο σαφής ώστε να διαλύσει το μυστήριο. Τα μέγιστα βοηθά και η υποκριτική δεινότητα της πρωταγωνίστριας Καταλίνα Σααβέντρα, η οποία αξιοποιεί με εξαιρετική φειδώ και περίσκεψη ακόμα και την παραμικρότερη σύσπαση των μυών του προσώπου της σε ένα ρεσιτάλ εσωτερικά ηφαιστειώδους ερμηνείας. Πρόκειται όμως απλά για μια καλλιτεχνική παρουσίαση ενός ανθρώπινου χαρακτήρα με σκοπό να ενδυναμώσει την ευαισθησία και την ικανότητα ανθρώπινης κατανόησης του θεατή ή μήπως «κρύβεται» και κάτι ακόμα από πίσω; Εισερχόμαστε έτσι στο πεδίο της αλληγορίας, μιας μεθόδου κωδικοποίησης με τη βοήθεια της οποίας μια ολόκληρη αφήγηση μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο από αυτό που φανερά λέει, να αποτελεί δηλαδή μια μεγάλη μεταφορά.

Οι αλληγορίες διαθέτουν μια μακραίωνη ιστορία, γνώρισαν τεράστια απήχηση με τη Βίβλο, έφτασαν στο απόγειό τους με την «Κόλαση» του Δάντη, στη σύγχρονη εποχή όμως κατέληξαν να θεωρούνται «ξύλινες», ψεύτικες και περιέπεσαν εν πολλοίς σε ανυποληψία. Ο βασικός λόγος είναι ότι συχνά οι αλληγορίες θυσιάζουν την αληθοφάνεια και τη συνοχή των χαρακτήρων στο βωμό του βαθύτερου μηνύματος, της επακριβούς αντιστοιχίας με ένα άλλο επίπεδο νοήματος. Για παράδειγμα, οι ενέργειες του Μωυσή στην Παλαιά Διαθήκη μοιάζουν να υπαγορεύονται περισσότερο από τις ανάγκες διατύπωσης του θεϊκού Λόγου, παρά από κάποιες αληθοφανείς συνθήκες της ζωής ή του χαρακτήρα του Μωυσή. Στην περίπτωση της «Υπηρέτριας» όμως, ενώ τα συστατικά μιας πετυχημένης αλληγορίας βρίσκονται όλα στη θέση τους, η εξέλιξη της ιστορίας δεν επιτρέπει ουδαμώς στο θεατή να θεωρήσει ότι υπηρετείται κάτι άλλο πέρα από αυτή την ίδια την ιστορία. Ένα σπίτι, μια οικογένεια μπορεί να θεωρηθεί ένας μικρόκοσμος που συμβολίζει κάτι ευρύτερο, όπως μια κοινωνία ή ένα πολιτικό καθεστώς. Οι κάθετες σχέσεις εργοδοσίας – υπηρετικού προσωπικού, αλλά και οι οριζόντιες σχέσεις της Ρακέλ με τις τρεις άλλες υπηρέτριες, κάθε μία από τις οποίες εκφράζει και μια διακριτή πολιτική στάση, παραπέμπουν σαφέστατα στην ιδεολογική ταξική διαπάλη, καθιστώντας την αλληγορική ανάγνωση σχεδόν επιβεβλημένη. Αυτό όμως δεν επιτυγχάνεται σε καμία περίπτωση εις βάρος της καθαυτό ανθρώπινης ιστορίας της Ρακέλ.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι υπό την καθοδήγηση ενός έξυπνου σκηνοθέτη με ένα συμπαγές σενάριο ανά χείρας η αλληγορία παραμένει ακόμα και στις μέρες μας μια επιλογή που μπορεί να προσδώσει πρόσθετο βάθος σε ένα έργο. Τροφή για σκέψη: εντοπίστε την πολιτική στάση στην οποία αντιστοιχεί η συμπεριφορά καθενός από τους βασικούς χαρακτήρες του έργου.

Άγγελος Γιάννου


CHICO & RITA των Φερνάντο Τρουέμπα & Χαβιέ Μαρισκάλ


Σκηνοθεσία: Φερνάντο Τρουέμπα, Χαβιέ Μαρισκάλ
Με τις φωνές των: Έμαν Ξορ Όνα, Λιμάρα Μενέσες, Μάριο Γκουέρα
Ισπανία, Μεγάλη Βρετανία: 2010
Διάρκεια: 94′

Αξιολόγηση: ****

Έχουμε συνηθίσει να συσχετίζουμε παραδοσιακά το κινούμενο σχέδιο με την παιδική ταινία, ποιοι είναι όμως άραγε οι λόγοι που οδηγούν έναν σκηνοθέτη που απευθύνεται στο ενήλικο κοινό να επιλέξει το κινούμενο σχέδιο και όχι τη συμβατική κινηματογράφηση με πραγματικούς ηθοποιούς; Μια πρώτη απάντηση είναι ίσως το κόστος. Όταν το θέμα και το σενάριο της ταινίας προβλέπουν εξωπραγματικά τοπία, φαντασμαγορικά θεάματα, έντονη δράση και καταστροφές, το κινούμενο σχέδιο προκύπτει συχνά όχι μόνο σαν η πιο φθηνή, αλλά και ως η μόνη εφικτή λύση. Αυτή όμως είναι μια αμιγώς πραγματιστική λογική. Υπάρχουν άραγε και καθαρά καλλιτεχνικοί λόγοι;

Αναρωτιόμαστε, γιατί η ταινία που σας προτείνουμε σήμερα, η εξαιρετική «Τσίκο και Ρίτα» θα μπορούσε, έστω και με κάποιες δυσκολίες που αφορούν κυρίως στην αναπαράσταση εποχής, να γυριστεί και με ηθοποιούς. Πρόκειται για την ιστορία του μεγάλου έρωτα δυο Κουβανών μουσικών, του πιανίστα και συνθέτη Τσίκο και της τραγουδίστριας Ρίτα.

Οι δυο τους θα γνωριστούν και θα πρωτοερωτευτούν νέοι στην παλλόμενη Αβάνα του 1948, θα ξανασυναντηθούν στη Νέα Υόρκη, όπου θα επιχειρήσουν να κατακτήσουν το δικό τους Αμερικάνικο Όνειρο, για να συνεχίσουν στο Λας Βέγκας, στο Παρίσι, και πάλι πίσω στην Αβάνα, που βρίσκεται πλέον υπό το επαναστατικό καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο. Πρόκειται για μια ερωτική ιστορία γεμάτη σκαμπανεβάσματα και μουσική. Την τζαζ μουσική όπως μόνο στην Κούβα μπόρεσαν να μετεξελίξουν μπολιάζοντάς την με στοιχεία λάτιν και άφρο, για να δημιουργήσουν αυτό το τόσο εκρηκτικό και ρυθμικό μίγμα που εξακολουθεί να γοητεύει εξίσου και στις μέρες μας. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν το κινούμενο σχέδιο κατέχει στρατηγική σημασία στην προσπάθεια των δημιουργών να εκμεταλλευτούν μια σειρά στοιχείων: το πρώτο είναι το συναίσθημα της νοσταλγίας. Και η βαθύτερη νοσταλγία δεν γεννάται παρά μόνο για το φανταστικό, γι’ αυτό που δεν υπήρξε ποτέ παρά μόνο στη φαντασία μας.

Είναι λοιπόν σημαντικό να κατασκευαστούν αστικά τοπία, ιδιαίτερα η Αβάνα και η Νέα Υόρκη, αλλά και εσωτερικοί χώροι, νυχτερινά κλαμπ, μπαρ, κρεβατοκάμαρες με τη σχηματικότητα και τη μυθοποιητική δύναμη που μόνο το κινούμενο σχέδιο διαθέτει. Αυτή η μυθοποιητική δύναμη του κινούμενου σχεδίου αποτελεί το δυνατό χαρτί και για την πληρέστερη εκμετάλλευση του ερωτικού στοιχείου. Ο ισόβιος έρωτας, ο έρωτας που περνά από χίλια κύματα μα ποτέ δεν σβήνει, έχει ανάγκη τον μύθο, τη σχηματικότητα, την εξιδανίκευση και την αφαίρεση που μόνο το κινούμενο σχέδιο μπορεί να προσφέρει. Τρίτος λόγος που μπορούμε να σκεφτούμε είναι ο εκρηκτικός συνδυασμός με τη μουσική. Χρώματα και σχήματα δημιουργούν ένα απολύτως αρμονικό μίγμα με τη μουσική με διαλεκτικό αποτέλεσμα μια οπτικοακουστική πανδαισία που μεγιστοποιεί την συγκινησιακή επίδραση στον θεατή.

Για την μουσική θα πρέπει να προσθέσουμε πως είναι εξαιρετική, ακούγονται ορισμένα γνωστά κομμάτια, αλλά τα περισσότερα είναι γραμμένα ειδικά για την ταινία από τον εξαιρετικό Κουβανό μουσικό Μπέπο Βαλντέζ, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει και στο προηγούμενο έργο του σκηνοθέτη Φερνάντο Τρουέμπα, το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Calle 54», το οποίο σας προτείνουμε ως συμπλήρωμα. Για τους φίλους της τζαζ και της κουβανέζικης μουσικής, για τους φίλους της Αβάνας, αλλά και της Νέας Υόρκης, για τους φίλους των κινουμένων σχεδίων για ενηλίκους, αλλά και για τους φίλους των παντοτινών ερωτικών ιστοριών, αυτή είναι μια ταινία που θα είναι κρίμα να χάσετε. Έμεινε απ’ έξω κανείς;

Άγγελος Γιάννου


WIN WIN του Τομ ΜακΚάρθι



Σκηνοθεσία: Τομ ΜακΚάρθι
Παίζουν: Πολ Τζιαμάτι, Άλεξ Σέφερ, Έιμι Ράιαν, Μπόμπι Καναβάλε, Μέλανι Λίνσκι, Τζέφρι Τάμπορ
ΗΠΑ, 2011
Διάρκεια: 106′
Ο Αμερικάνικος Ανεξάρτητος, δηλαδή ο αμερικάνικος κινηματογράφος που παράγεται εκτός των πλαισίων και της λογικής του Χόλιγουντ, μπορεί να χωριστεί σε δύο μεγάλες κατηγορίες: από τη μία έχουμε τις ταινίες καταγγελίας και κοινωνικής κριτικής, ταινίες που αποκαλύπτουν το άλλο πρόσωπο της Αμερικής, την Αμερική της φτώχειας, του περιθωρίου και της εξαθλίωσης, όπως για παράδειγμα το «Παγωμένο ποτάμι», το οποίο είχε παρουσιαστεί από το Videodrome πριν από δυο χρόνια. Από την άλλη έχουμε τις ταινίες της «Ανατολικής ακτής», ταινίες που παραμένουν εντός των πλαισίων των μεσοαστών της Νέας Υόρκης, της Μασαχουσέτης και του Νιου Τζέρσι και παρουσιάζουν τα καθημερινά προβλήματά τους με διεισδυτική ματιά ανάμικτη με χιούμορ και ειρωνεία. Τέτοιες ταινίες ήταν για παράδειγμα το «Juno» και το «Little Miss Sunshine», ταινίες που χρησιμεύουν ως ένα βαθμό ως πρότυπα και για την ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα.

Το «Win Win» είναι μια τυπική «dramedy», δράμα δηλαδή ανάμικτο με κωμωδία, κινούμενο πάντοτε στα πλαίσια της καθημερινότητας των σχετικά εύπορων κατοίκων της αμερικάνικης Suburbia, δηλαδή όλου αυτού του προαστιακού συμπλέγματος της βορειοανατολικής Αμερικής που χαρακτηρίζεται από τις διώροφες κατοικίες με την αυλή με γκαζόν και το σκύλο. Στρατηγικής σημασίας για την επιτυχία μιας τέτοιας συνταγής είναι ένα σενάριο που να δίνει έμφαση στην ψυχολογία των ηρώων και τις έξυπνες και χιουμοριστικές ατάκες, αλλά κι ένας τουλάχιστον ικανός ηθοποιός που να μην χαρακτηρίζεται από τα πρότυπα «υπερήρωα» του Χόλιγουντ: νιάτα, ομορφιά, μούσκουλα, σεξ απίλ. Ακριβώς δηλαδή ό,τι είναι ο Πολ Τζιαμάτι, ο γνωστός μας από το «Πλαγίως» και τον «Τρόπο του Μπάρνεϊ» ποντικομούρης που ειδικεύεται σε ρόλους νευρωτικών και λούζερς.

Στο «Win Win» υποδύεται τον Μάικ, έναν σαραντάρη δικηγόρο που δεν τα πάει και τόσο καλά στη δουλειά του κι αποφασίζει να ρεφάρει κάνοντας μια μικρή κομπίνα εις βάρος ενός ηλικιωμένου πελάτη του που πάσχει από άνοια. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν εμφανίζεται από το πουθενά ο Κάιλ, εγγονός του ηλικιωμένου, ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος εσωστρεφής, λιγομίλητος, με βαμμένα ξανθά μαλλιά και τατουάζ, που κρύβει όμως μια εσωτερική δύναμη και ένα ταλέντο για το άθλημα της πάλης. Ο Κάιλ θα εμπλακεί στις οικογενειακές και επαγγελματικές υποθέσεις του Μάικ, ενώ παράλληλα θα επιχειρήσει να οδηγήσει στη δόξα την ομάδα πάλης που προπονεί ερασιτεχνικά ο Μάικ. Ταινία συνταγής είναι λοιπόν το «Win Win» και η συνταγή εκτελείται με επιτυχία.

Υπάρχουν ανθρώπινες συγκρούσεις, ηθικά διλήμματα, χιούμορ, ειρωνεία, ακόμα και μια υποψία κοινωνικής κριτικής, αν αναλογιστούμε το πλαίσιο οικονομικής κρίσης στο οποίο κινείται ο Μάικ, υπάρχει και η πάντα ξεχωριστή ερμηνεία του Τζιαμάτι, το πρόβλημα όμως είναι ότι όλ’ αυτά παραείναι μετρημένα με τη μεζούρα και με τις άκρες πάντα στρογγυλεμένες, μην τυχόν και απογοητεύσουμε κανέναν θεατή. Εκεί που κατά τη γνώμη μας η ταινία ξεφεύγει από τα προδιαγεγραμμένα είναι στην ερμηνεία του πρωτοεμφανιζόμενου δεκαεπτάχρονου παλαιστή Άλεξ Σέφερ, ο οποίος υποδύεται τον Κάιλ θυμίζοντας Σον Πεν στα νιάτα του, με τρόπο λιτό και υπόγειο, οικοδομώντας σταδιακά έναν αινιγματικό χαρακτήρα που αποκαλύπτεται λίγο-λίγο και τελικά απογειώνεται.

Εξαιρετικό πορτρέτο εφήβου, ιδανικό για θέαση και από οικογένειες με παιδιά αντίστοιχης ηλικίας που ψάχνουν κάτι για να δουν και να συζητήσουν κατόπιν όλοι μαζί – αν υπάρχει ακόμα αυτό το είδος οικογένειας, που πολύ αμφιβάλλω.

Άγγελος Γιάννου

ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟΥ ΠΑΣΚΑΛ του Σαμπόλτς Χάιντου



BIBLIOTHEQUE PASCAL
Σκηνοθεσία: Σαμπόλτς Χάιντου
Παίζουν: Ορσόλια Τόροκ-Ίλιες, Οάνα Πελέα, Ραζβάν Βασιλέσκου, Άντι Βασλουιάνου
Ουγγαρία, Ρουμανία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία: 2010
Διάρκεια: 105’

Αξιολόγηση: *****

Ένα διαμαντάκι από την Ουγγαρία για όσους έχουν μάθει να εκτιμούν την πρωτοτυπία, η οποία όμως οφείλει να είναι και επαρκώς συνειδητοποιημένη ώστε να αναγνωρίζει τα όριά της και να τιμά τις αναφορές της.Για όσους επίσης έχουν μάθει να εκτιμούν την γνήσια κινηματογραφικότητα, η οποία υπερβαίνει τον λόγο, την στεγνή λογική, αλλά και τον στείρο ηθικισμό που ταλανίζει κάποιες φορές την τέχνη, ώστε να αναχθεί σε ένα αμιγές και λυτρωτικό οπτικοακουστικό θέαμα. Για όσους ακόμη έχουν μάθει να εκτιμούν την ευαισθησία, δηλαδή την ικανότητα να μπαίνεις στη θέση του άλλου και να προσπαθείς να δεις τον κόσμο με τα δικά του μάτια. Τέλος, για όσους και όσες έχουν μάθει να εκτιμούν τη φαντασία και τη δύναμη της αφήγησης να διαπλάθει την πραγματικότητα. Γιατί η πραγματικότητα τελικά δεν μπορεί παρά να είναι βιωμένη, δηλαδή ερμηνευμένη, με άλλα λόγια αφηγημένη. Όλ’ αυτά μαζί βάλτε τα εσείς σε όποια σειρά προτίμησης θέλετε και αφεθείτε σε μια σπάνια κινηματογραφική απόλαυση.

Για την υπόθεση της ταινίας δεν πρέπει να πούμε πολλά, για να μη σας χαλάσουμε την έκπληξη. Μπορούμε όμως να σας αποκαλύψουμε ότι έχει για ηρωίδα μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, ότι ξεκινά από την Ουγγαρία, στη συνέχεια μας ταξιδεύει στα ρουμανικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, για να συνεχίσει σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό της Γερμανίας, κατόπιν στο Λίβερπουλ, κι από κει πίσω στην Ουγγαρία. Ο δε τίτλος της ταινίας, «Bibliotheque Pascal», είναι το όνομα ενός κλαμπ στο Λίβερπουλ. Ενός πολύ ιδιαίτερου κλαμπ, που συμπυκνώνει όλη την καλλιέργεια και ταυτόχρονα όλη τη διαστροφή του δυτικού πολιτισμού. Γενικά στην ταινία επικρατεί μια ατμόσφαιρα τσιρκολάνικη ή καμπαρετίστικη. Κάτι από Φελίνι πλανάται στον αέρα, αλλά και κάτι από τη «Σάντα Σάνγκρε» του Χοντορόφσκι, χωρίς όμως τις ακραίες βιαιότητες του τελευταίου. Κάποιοι άλλοι, ίσως όχι και τόσο ευφάνταστοι, παρομοίασαν το κλίμα της ταινίας με αυτό των ταινιών του Ντέιβιντ Λιντς, και ιδιαίτερα το «Mulholland Drive».

Η ταινία όμως, εκτός από άσκηση ατμόσφαιρας, φαντασίας, πρωτοτυπίας και κινηματογραφοφιλίας, είναι και ένα κοινωνικό δράμα εξαιρετικά συμπαγώς αγκιστρωμένο στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό και οι σκηνές στην Ουγγαρία, η αρχή και το τέλος του ταξιδιού δηλαδή, είναι γυρισμένες περισσότερο στο στιλ του κοινωνικού ρεαλισμού του Κεν Λόουτς και μας επαναφέρουν στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι, και ιδιαίτερα οι γυναίκες, στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, χτυπημένες από τη φτώχια και την ανεργία.

Συνολικά η ταινία ισορροπεί επιδέξια πάνω σε αρκετά τεντωμένα σχοινιά, είναι για παράδειγμα αρκετά πολύπλοκη, όχι όμως τόσο ώστε να γίνεται δυσνόητη, αρκετά πρωτότυπη, όχι όμως τόσο ώστε να μην μπορεί κανείς να εντοπίσει τις αναφορές της, αρκετά ευαίσθητη, όχι όμως τόσο ώστε να καταντά μελό ή ηθικίστικη, αρκετά εικαστική και εμπλουτισμένη με φαντεζί εικόνες, όχι όμως τόσο ώστε να καταντά μια στείρα αυτοπροβολή σκηνοθετικών ικανοτήτων.

Αν υπερβάλλει κάπου, είναι ίσως στη δύναμη που υπονοεί πως διαθέτει η ικανότητα των ανθρώπων να αφηγούνται ιστορίες. Αν δεν το υπονοήσει όμως αυτό μια ταινία, δηλαδή ένα ταξίδι στα όνειρα που βλέπουμε στο σκοτάδι με τα μάτια ανοιχτά, τότε ποιος θα το υπονοήσει;

Άγγελος Γιάννου



ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ του Χιντέο Νακάτα


CHATROOM
Σκηνοθεσία: Χιντέο Νακάτα
Παίζουν: Άαρον Τζόνσον, Ίμοτζεν Πουτς, Μάθιου Μπέαρντ, Χάνα Μάρεϊ
Μεγάλη Βρετανία, 2010
Διάρκεια: 97’
Δεύτερη αγγλόφωνη δουλειά για τον αρκετά έμπειρο γιαπωνέζο σκηνοθέτη που οφείλει την φήμη του σχεδόν εξ ολοκλήρου στο πρώτο, θρυλικό «Ringu», το «Chatroom» βασίζεται σε ομώνυμο θεατρικό έργο του 2005, το οποίο διασκεύασε σε σενάριο ο ίδιος ο συγγραφέας του Έντα Γουόλς. Θέμα της ταινίας είναι το διαδίκτυο, και ειδικότερα οι διάφοροι χώροι επικοινωνίας και διαλόγου των νέων και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν σε αυτούς. Ο Νακάτα, μετά την ψυχρολουσία του «Ring II», προσπαθεί ντροπαλά και μουδιασμένα να επαναφέρει τη διεθνή του καριέρα στον ίσιο δρόμο, μπλέκεται όμως σε μια ιστορία ηθικοπλαστική, ενώ δείχνει παράλληλα να μην είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τον κυβερνοχώρο ούτε ο ίδιος, με αποτέλεσμα να φτιάξει μια ταινία που απευθύνεται θα λέγαμε σε ειδικό κοινό. Το ειδικό αυτό κοινό όμως δεν είναι οι αληθινοί φαν του διαδικτύου οι οποίοι περνούν μέρες ολόκληρες μπροστά σε μια οθόνη, όπως ίσως θα έπρεπε.

Στην πραγματικότητα η ταινία βρίσκει το ιδεώδες κοινό της στους εντελώς ανίδεους, στους γονείς που δεν έχουν καθίσει ποτέ τους μπροστά σε υπολογιστή και θέλουν να πάρουν μια γενική ιδέα για τους κινδύνους του διαδικτύου («a badly informed dad’s guide to the internet» χαρακτήρισε την ταινία το βρετανικό Empire), αλλά και σε παιδιά γυμνασιακής ηλικίας, τα οποία έχει τη δύναμη να συγκινήσει και να εξωθήσει σε γόνιμους προβληματισμούς. Αν τώρα είστε καθηγητής Λυκείου και το σκέφτεστε για προβολή στην τάξη, ξεχάστε το καλύτερα. Θα σας πουν ντεμοντέ και ότι τους βάζετε να δουν παιδιάστικες ταινίες. Δεν νομίζουμε ότι πείθει πάνω από δεκατετράχρονο. Βασικό εύρημα της ταινίας είναι η μεταφορική απεικόνιση των chatrooms σαν πραγματικά δωμάτια, των οποίων ο διάκοσμος εκφράζει την ψυχολογία των ενοίκων τους και όπου ομάδες νέων συναντιούνται για να συζητήσουν τα προσωπικά τους προβλήματα, αλλά και να διασκεδάσουν. Με τον τρόπο αυτό όλη η διαδικασία πληκτρολόγησης στην οθόνη μετατρέπεται σε ζωντανούς διαλόγους μέσα σε άκρως εξπρεσιονιστικά περιβάλλοντα, βγαλμένα θαρρεί κανείς από τον κόσμο της διαφήμισης.

Γενικά το χρώμα, τα σκηνικά και ορισμένα ευρηματικά στοιχεία του μοντάζ αποτελούν τα δυνατά στοιχεία της ταινίας. Έξυπνη και ατμοσφαιρική είναι επίσης και η απεικόνιση του πραγματικού κόσμου με μουντά χρώματα και αποχρώσεις του γκρίζου. Ειδικά κάποια πλάνα τυπικών βρετανικών δρόμων κάτω από συννεφιασμένο ουρανό μένουν χαραγμένα στη μνήμη. Από ‘κει και πέρα όμως οι διάλογοι είναι σχηματικοί και άνευροι, ενώ οι δραματικές συγκρούσεις των διαφόρων χαρακτήρων δεν αναπτύσσονται επαρκώς και παραμένουν επιφανειακές και αδιάφορες. Κάπως καλύτερα είναι τα πράγματα με τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος εμφανίζει μια στοιχειώδη πολυπλοκότητα ή μάλλον διπολικότητα θα λέγαμε, αν και ουσιαστικά δεν εξελίσσεται καθόλου σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Η ταινία εστιάζει σε ένα ευαίσθητο ζήτημα, που είναι η εξώθηση ευαίσθητων ανηλίκων με προβλήματα στην αυτοκτονία από κάποιους «καλοθελητές» που συχνάζουν στα σκοτεινά μονοπάτια του διαδικτύου.

Στο βαθμό που η ταινία προβληματίζει και ευαισθητοποιεί πάνω σε ένα πρόβλημα υπαρκτό – και έχουν χαθεί αρκετά παιδιά με τον τρόπο αυτό όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα – είναι αξιέπαινη. Και για ένα ενενηντάλεπτο στο σπίτι τ’ αξίζει τα λεφτά της. Αλλά μέχρι εκεί.

Άγγελος Γιάννου

RAMPAGE του Ούβε Μπολ



Σκηνοθεσία: Ούβε Μπολ
Παίζουν: Μπρένταν Φλέτσερ, Σον Σίπος, Λίντα Μπόιντ
Γερμανία, Καναδάς, 2009
Διάρκεια: 85’

Πρόκειται για μια ταινία που, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, δύσκολα θα έβρισκε διέξοδο είτε προς τις αίθουσες (διανεμήθηκε μόνο στη Γερμανία – αν και αγγλόφωνη) είτε προς τα τηλεοπτικά κανάλια (εξαιτίας κυρίως της υπερβολικής και προκλητικά δοσμένης βίας). Τι της απομένει; Το βίντεο. Είναι η χαρακτηριστική «video movie», ένα ιδιαίτερο υβρίδιο με εξαιρετικά ευρεία και ετερόκλητα χαρακτηριστικά, από ταινίες υπερβολικά υψηλής τέχνης (αυτές που αναζητούμε κυρίως απ’ αυτήν εδώ τη στήλη – ασχέτως αν δεν τις βρίσκουμε) μέχρι στεγνή και απροκάλυπτη «εκμετάλλευση», τις διεθνώς αποκαλούμενες «exploitation movies». Στο πεδίο αυτό έχει διαπρέψει μέχρι τώρα ο Γερμανός σκηνοθέτης με το κύρια αγγλόφωνο έργο Ούβε Μπολ, ένας σύγχρονος Εντ Γουντ, κάτοχος μάλιστα διδακτορικού στις λογοτεχνικές σπουδές, ο οποίος έχει καταφέρει να βάλει το όνομά του σε ουκ ολίγες λίστες «χειρότερων σκηνοθετών όλων των εποχών» και να εξασφαλίσει για κάποιες από τις ταινίες του διαφόρων τύπων «χρυσά βατόμουρα».

Αυτή τη φορά ο Μπολ κάνει το… λάθος να τα καταφέρει αρκετά καλά. Με το «Rampage» ισορροπεί μεταξύ εκμετάλλευσης και προβληματισμού με ένα σύντομο και αιχμηρό ταινιάκι που δεν θα μείνει στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, είναι όμως απ’ όλες τις πλευρές επαρκές για μια κατ’ οίκον θέαση. Το θέμα είναι αρκετά κοινό: ένας νέος αποφασίζει να βγει στους δρόμους και να αρχίσει να πυροβολεί αδιακρίτως κόσμο. Γνωστό κοινωνικό πρόβλημα, που αναζωπυρώθηκε μετά τον πρόσφατο σκοτωμό στη Νορβηγία, και προκαλεί ουκ ολίγους καλλιτέχνες να πάρουν θέση, να προβληματίσουν, να αναδείξουν τα αφανή αίτια. Και ο Μπολ επιχειρεί κάτι τέτοιο, παράλληλα όμως δεν εγκαταλείπει (και καλά κάνει) την εκμεταλλευτική κληρονομιά του, σκηνοθετώντας ανερυθρίαστα μια ταινία γεμάτη απολαυστική βία, σκηνοθετημένη από τη σκοπιά του δράστη και αξιοποιώντας τα αισθήματα ισχύος που αυτός νιώθει. Το ανακουφιστικό με τον Μπολ είναι ότι δεν είναι σοβαροφανής. Δεν ισχυρίζεται ότι η ταινία του είναι «βασισμένη σε μια αληθινή ιστορία» (λες και μπορεί ποτέ μία ταινία να αντανακλά την πραγματικότητα). Ούτε αποκρύπτει τις συγκεκαλυμμένες ηδονικές πτυχές του κινηματογράφου ως ανώδυνου θεάματος όπου μπορούμε να προβάλλουμε τις πιο μύχιες και απαγορευμένες επιθυμίες μας. Ο κινηματογράφος είναι πάνω απ’ όλα διασκέδαση.

Κι όσο για τον προβληματισμό περί κοινωνικών αιτίων; Αρκετοί κριτικοί κατηγόρησαν τον Μπολ ότι αναφέρεται προσχηματικά σε κάποια παγκόσμια προβλήματα όπως ο υπερπληθυσμός ή η μόλυνση του περιβάλλοντος για να συγκαλύψει το γεγονός ότι ο ήρωάς του πολύ απλά δεν έχει επαρκή κίνητρα. Εμείς θα λέγαμε: η αποκάλυψη ακριβώς αυτής της προκλητικής έλλειψης, ιδιαίτερα με την ευφάνταστη ανατροπή του τέλους, είναι που κάνουν αυτή την ταινία πραγματικά έξυπνη. Δείτε την!

Άγγελος Γιάννου

Η ΝΥΜΦΟΜΑΝΗΣ του Κρίστιαν Μολίνα



DIARIO DE UNA NINFÓMANA
Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Μολίνα
Παίζουν: Μπελέν Φάμπρα, Λιονάρντο Σμπαράλια, Άντζελα Μολίνα, Τζέραλντιν Τσάπλιν, Νατάσα Γιαροβένκο
Ισπανία, 2008
Διάρκεια: 95’

Αξιολόγηση: ***

Συνήθως προσπαθούμε να σας προτείνουμε απ’ αυτήν εδώ τη στήλη ταινίες οι οποίες έχουν κάτι να προσφέρουν στο πεδίο της αισθητικής του σινεμά και επιχειρούν να αρθρώσουν έναν λόγο αμιγώς κινηματογραφικό. Όταν όμως αυτές σπανίζουν από την αγορά δεν μπορούμε παρά να μεταβάλλουμε κι εμείς ελαφρώς τα κριτήριά μας. Γι’ αυτή την εβδομάδα λοιπόν σας έχουμε κάτι πικάντικο, κάτι που μπορεί σαν σινεμά να είναι απλά διεκπεραιωτικό, παίζει όμως σε ένα πεδίο ιδεών άκρως ενδιαφέρον. Η Βαλ, ηρωίδα της ταινίας, πλησιάζει τα τριάντα, δεν έχει όμως κάνει σχεδόν ποτέ της έναν μόνιμο δεσμό. Ο λόγος δεν σχετίζεται ούτε με την εμφάνιση ούτε με το χαρακτήρα της. Απλά η Βαλ απολαμβάνει υπερβολικά πολύ το σεξ, το φίλτρο επιλογής της είναι ιδιαίτερα αμβλυμμένο, οπότε ουσιαστικά είναι σε θέση να αντλήσει το καλύτερο από τον οποιονδήποτε διαθέσιμο άνδρα. Περιφέρεται στη ζωή πατώντας γερά στα δικά της πόδια (καθώς επαγγελματικά εμφανίζεται αρκετά ικανή, όχι μόνο επειδή διαθέτει πτυχίο στη διοίκηση επιχειρήσεων και άπταιστη γνώση δυο ξένων γλωσσών, αλλά και γιατί σαν έμπειρη στις σχέσεις γνωρίζει καλά πώς να συμπεριφέρεται στους ανθρώπους, και ιδιαίτερα στους άνδρες), απαλλαγμένη από συναισθηματικές ή άλλες ανασφάλειες και δίνοντας και παίρνοντας ηδονή. Κάποια στιγμή βέβαια, καθώς «βάζει και το τριάρι» στην ηλικία, θα αποφασίσει να νοικοκυρευτεί με έναν άκρως ευκατάστατο επιχειρηματία, όμως η κατάληξη αυτής της σχέσης δεν θα είναι η αναμενόμενη.

Έχουμε μάθει πολλές φορές ότι «μόνο το σεξ δεν φτάνει» και ότι σε μια σχέση πρέπει να γίνονται αμοιβαίες υποχωρήσεις, έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε ζευγάρια τα οποία εμφανώς δεν ταιριάζουν, αλλά παραμένουν μαζί γιατί απλά θεωρείται αυτοσκοπός να διατηρείς τη σχέση σου, ε, λοιπόν, σ’ αυτή την ταινία βλέπουμε μια γυναίκα η οποία διαπιστώνει ότι η υποταγή του σεξουαλικού σε άλλα κριτήρια, ψευτοσυναισθηματικά και οικονομικά, μόνο καλός σύμβουλος δεν είναι. Πολύ ενδιαφέρον έχει η συνέχεια, όπου η Βαλ αποφασίζει απολύτως αυτοβούλως να εργαστεί σε οίκο ανοχής πολυτελείας. Θα λέγαμε ότι η ταινία αποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό τη χαμένη υπόληψη αυτού του τόσου παρεξηγημένου επαγγέλματος, αναδεικνύει τον λειτουργηματικό του χαρακτήρα (χαρακτηριστική η σκηνή με τον ανάπηρο) και διερευνά με οξυδέρκεια τα όρια μεταξύ νυμφομανίας και πορνείας, τα οποία είναι πράγματι ασαφή. Τελικά κάθε άνθρωπος που έχει μάθει να δίνει και να παίρνει ηδονή είναι ένας δυνάμει εκδιδόμενος, και κατά συνέπεια μια βόμβα στα θεμέλια της καθεστηκυίας ηθικής, που μας θέλει ζευγαρωμένους και καθωσπρεπιστές, να παραμένουμε σε μόνιμους δεσμούς περισσότερο από φόβο, ανικανότητα και ανασφάλεια, παρά από ενεργή και αυτόβουλη επιθυμία. Εξαιρετική η πρωταγωνίστρια Μπελέν Φάμπρα, όχι μόνο πλάθει μια νυμφομανή που πατά γερά στα πόδια της και στέκεται με αξιοπρέπεια στην κοινωνία, αλλά είναι και άκρως εμφανίσιμη, και αξιοποιεί ανερυθρίαστα το σώμα της στο παίξιμό της. Θα θέλαμε όμως την ταινία πιο τολμηρή στις απεικονίσεις της και πιο πρωτότυπη, γιατί τώρα ναι μεν η ιστορία είναι ίσως ανατρεπτική (και είμαι σίγουρος ότι κάποιοι θα θεωρήσουν ότι η ταινία υποτιμά τη γυναίκα ή τη νοημοσύνη μας), η φόρμα όμως είναι άκρως συντηρητική και δυσκολεύει σε βαθμό πλήρους ανάσχεσης την άρθρωση ενός ολοκληρωμένου και ριζοσπαστικού λόγου.

Άγγελος Γιάννου

ΑΓΡΙΑ ΝΕΡΑ του Έρικ Πόπε



DEUSYNLIGE
Σκηνοθεσία: Έρικ Πόπε
Παίζουν: Παλ Σβερε Βαλχάιμ Χάγκεν, Τρίνε Ντίρχολμ, Έλεν Ντόριτ Πέτερσεν
Νορβηγία, 2008
Διάρκεια: 115’
Διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο ότι πρόκειται για μια βαριά δραματική ταινία, επέλεξα γι’ αυτή την εβδομάδα τα νορβηγικά «Άγρια νερά» γιατί αναρωτήθηκα με ποιον ακριβώς τρόπο μια σύγχρονη ταινία του εύπορου ευρωπαϊκού Βορρά αντιμετωπίζει το Κακό, τα δυσάρεστα της ζωής. Πλέοντας δίχως πλέον κανένα έρμα μέσα στα άγρια νερά της οικονομικής, αλλά και ευρύτερα κοινωνικής και αξιακής κρίσης, ποιον λόγο θα είχε κάποιος από μας να δει μια ψυχοπλακωτική ταινία που, αντί να τον χαλαρώσει και να τον κάνει να ξεχαστεί, θα τον βυθίζει ακόμα πιο βαθιά στην επικράτεια του Κακού; Η απάντηση φαντάζομαι είναι ότι μια ταινία που πραγματεύεται την είσοδο του Κακού στη ζωή μας, του Κακού με οποιαδήποτε μορφή και έννοια, μπορεί να μας βοηθήσει να διαυγάσουμε όχι μόνο τις βαθύτερες και πιθανόν αφανείς συνιστώσες του άκρως δυσάρεστου πεπρωμένου μας, αλλά και τα πραγματικά του αίτια, αυτά που κρύβονται πολλές στρώσεις κάτω από την παραφιλολογία των «σπρεντς» και των «σι-ντι-ες».

Δυστυχώς, με τα «Άγρια νερά» βρέθηκα μπροστά στο ακριβώς αντίθετο φαινόμενο: μια ταινία η οποία ουσιαστικά ξορκίζει το Κακό, αρνείται την ύπαρξή του, και αντί να προβληματίζει, τελικά καθησυχάζει τον θεατή ότι όλα βαίνουν καλώς. Κι όλ’ αυτά με την αντίστοιχη αισθητική. Νορβηγική είναι, θα μου πείτε. Αντανακλά πιθανώς τη συναισθηματική ασφάλεια και αυταρέσκεια ενός έθνους που ούτε το ευρώ σαν νόμισμα έχει, ούτε ελλείμματα δημιουργεί (διαθέτει 9,9% πλεόνασμα, απ’ ό,τι διάβασα). Ποιος όμως έχει σήμερα την πολυτέλεια να θεωρεί εαυτόν μονωμένο από μια κρίση που δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμια; Στα «Άγρια νερά» παρακολουθούμε μια ιστορία του τύπου «έγκλημα και τιμωρία», μια ιστορία ηθικής πτώσης και ανάνηψης. Ήρωας είναι ένας αρκετά συμπαθής και ευπαρουσίαστος νέος, που όταν ήταν έφηβος ενεπλάκη σε ένα περιστατικό που στοίχισε τη ζωή ενός παιδιού και τιμωρήθηκε με επτά χρόνια φυλάκιση. Όταν αποφυλακίζεται βρίσκει δουλειά σαν οργανοπαίχτης σε μια λουθηρανική εκκλησία, όπου και φτιάχνει δεσμό με την γυναίκα-ιερέα του ναού, η οποία τυγχάνει να είναι επίσης μητέρα ενός παιδιού σε παρόμοια ηλικία (ναι, στη Νορβηγία υπάρχουν και γυναίκες ιερείς, οι οποίες μάλιστα μπορεί να είναι ανύπαντρες μητέρες και να φλερτάρουν κιόλας)… Καθώς λοιπόν ο ήρωάς μας ξαναβρίσκεται μπροστά σε ένα μικρό κι αθώο ξανθό παιδάκι τα φαντάσματα επιστρέφουν κι αυτό που φαίνεται ρυθμισμένο, το δικαιακό σύστημα, η διαδικασία σωφρονισμού και επανένταξης, η εγγυητική ισχύς της θρησκείας, τίθενται εν αμφιβόλω…

Δεν μπορούμε φυσικά να σας αποκαλύψουμε την έκβαση του δράματος, σαν πλοκή η ταινία τσουλάει υποφερτά, η ουσία όμως είναι ότι στο Κακό δεν εντοπίζεται καμιά κοινωνική ρίζα, η ταινία δεν εμπεριέχει ούτε καν υπόνοια κοινωνικής κριτικής, ενώ σαν αισθητική βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θέαμα επίπεδο, εντελώς τηλεοπτικό, οι χώροι είναι όλοι φωτισμένοι με τον ίδιο άπλετο τρόπο, καμία δραματικότητα ή ατμοσφαιρικότητα δεν αποσπάται από το περιβάλλον, ενώ η κάμερα συχνά κινείται άνευ λόγου και αιτίας, όπως για παράδειγμα στα πλάνα που ο ήρωας παίζει το εκκλησιαστικό όργανο, όπου επιχειρείται να κατασκευαστεί μια θρησκευτικότητα ίσως, μια μεταφυσική πτυχή ή κάτι τέτοιο.

Για τη μουσική ας μην το συζητάμε καλύτερα, θυμίζει αυτές τις copyright-free μελωδίες που παίζουν στα ασανσέρ. Να ήταν τουλάχιστον κανένα εικοσάλεπτο μικρότερη θα λέγαμε για dvd τρώγεται…

Άγγελος Γιάννου (videodrome-filmnoir.blogspot.com)


BRONSON του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν



Σκηνοθεσία: Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν
Παίζουν: Τομ Χάρντι, Ματ Κινγκ, Αμάντα Μπάρτον, Τζέιμς Λανς
Μεγάλη Βρετανία, 2008
Διάρκεια: 92′

Αξιολόγηση: ****

Συχνά λέμε ότι μια ταινία «κάτι θέλει να πει». Ερμηνεύουμε τι σημαίνει το τάδε ή το δείνα στοιχείο της πλοκής ή η ατάκα ενός ήρωα. Τι μπορεί να σημαίνει όμως ο φωτισμός; Τι μπορεί να σημαίνει μια σκοτεινή μπλε απόχρωση σε μια σκηνή ή μια σεκάνς με κόκκο στην εικόνα; Τι σημαίνει ένα μουσικό κομμάτι που ακούγεται πίσω από τη δράση; Τι μια γρήγορη εναλλαγή πλάνων ή μια μεταβολή στο ρυθμό του μοντάζ; Εν τέλει, μπορεί η αμιγής γλώσσα του κινηματογράφου, μοντάζ, φωτισμοί κλπ., να μεταφραστεί στη ρηματική γλώσσα με την οποία μιλάμε, σκεφτόμαστε και γράφουμε; Αναρωτιέμαι, γιατί η ταινία που σας προτείνουμε αυτή τη βδομάδα, το εξαιρετικό «Bronson» του Δανού Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν που μας έδωσε πρόσφατα το εξίσου εξαιρετικό «Drive», είναι ξεκάθαρα κι απροκάλυπτα μια ταινία «ύφους».Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο στιλ, στην αμιγώς κινηματογραφική διάσταση της ταινίας, ενώ η ιστορία που αφηγείται, καθώς και το λεκτικό κομμάτι, εκείνα τα στοιχεία που παραμένουν ίδια ανεξαρτήτως του μέσου που χρησιμοποιείται, είναι απλά, ενίοτε προσχηματικά και αξιοποιούνται απλώς σαν η απαραίτητη πλατφόρμα πάνω στην οποίο οικοδομείται η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του δημιουργού. Όχι πως το «Bronson» δεν διαθέτει ένα καλογραμμένο και αρκετά σύνθετο σενάριο. Το αντίθετο, θα λέγαμε. Υπάρχουν σκηνές που παραπέμπουν στην αυστηρή δομή και την απολύτως ζυγισμένη ανθρώπινη αλληλεπίδραση του θεάτρου. Όπως η οξυδερκής τελευταία σκηνή, που θέτει τον Bronson (τον ήρωα που δίνει τον τίτλο στην ταινία) αντιμέτωπο με τον γλοιώδη δάσκαλο ζωγραφικής της φυλακής. Όμως αυτό που είναι τελικά και πάνω απ’ όλα το «Bronson» είναι ένα εξαιρετικά καλοδεμένο κολάζ από διαφορετικά κινηματογραφικά ύφη, αλλά και μια σειρά από εικόνες εμβληματικές, που επιδιώκουν να αρθρώσουν τον δικό τους, μη ρηματικό λόγο, και να σφηνωθούν στο μυαλό του θεατή περισσότερο από οποιοδήποτε στοιχείο του σεναρίου.

Η ιστορία είναι απλή: Ο Bronson είναι ο πιο βίαιος κρατούμενος της Μεγάλης Βρετανίας. Έχει περάσει 34 χρόνια στη φυλακή, τα 30 εξ αυτών στην απομόνωση. Στην ταινία μας αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία της ζωής του. Επέδειξε από μικρός κλίση στη βίαιη συμπεριφορά και, παρότι προέρχονταν από ευπρεπή οικογένεια που τον μεγάλωσε με αρχές, βρέθηκε γρήγορα μπλεγμένος, φυλακίστηκε για απόπειρα ληστείας και έκτοτε δεν ξέμπλεξε ουσιαστικά ποτέ, καθώς η συμπεριφορά του στη φυλακή χαρακτηρίστηκε από πλήρη ανυποταγή στους κανόνες του σωφρονιστικού συστήματος κι από συνεχή βίαιη αντίδραση στους φύλακες.

Απ’ αυτή την ιστορία που δεν διαθέτει στην ουσία καμία σεναριακή ανατροπή και καμία εναλλαγή που να «κρατά» τον θεατή, ο Ρεφν φτιάχνει μια ταινία της οποίας καύσιμη ύλη είναι οι δοκιμές διαφόρων κινηματογραφικών τεχνικών. Αντλώντας από σωρεία αναφορών, ταινίες φυλακής, αστυνομικές, θρίλερ, αλλά και κωμωδία, καμπαρέ, θέατρο, μέχρι και ταινίες κινουμένων σχεδίων στην τρικέζα, και δομώντας όλο αυτό το σύνολο γύρω από μια σειρά εξαιρετικά δυνατές και πλούσιες συμβολισμών εικόνες, όπως αυτή του «Bronson» γυμνού μέσα σε ένα στενό κλουβί σαν κουβούκλιο ασανσέρ, ο Ρεφν κατασκευάζει μια ταινία που θέλγει και σαγηνεύει όσους ξέρουν να εκτιμούν το καλό σινεμά, ρισκάρει όμως να εξοργίσει κάποιους άλλους, οι οποίοι αντιλαμβάνονται το σινεμά σαν ένα μέσο που αρθρώνει έναν κατανοητό και υπεύθυνο λόγο κοινωνικής κριτικής. Δεν το κάνει φυσικά κατά λάθος.

Και μόνο ο κλισέ ισχυρισμός ότι «η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα» (πράγματι ο συγκεκριμένος κρατούμενος είναι υπαρκτό πρόσωπο) προστίθεται για να τσιγκλήσει όσους αντιμετωπίζουν τον κινηματογράφο σαν οπτικοακουστικό ρεπορτάζ, διήγημα ή δοκίμιο, και όχι σαν αυτόνομη τέχνη. Εμείς οι υπόλοιποι απλώς απολαμβάνουμε…

Άγγελος Γιάννου
videodrome-filmnoir.blogspot.com


Ο ΚΑΝΕΝΑΣ του Ζακό βαν Ντορμέλ



MR NOBODY
Σκηνοθεσία: Ζακό βαν Ντορμέλ
Παίζουν: Τζάρεντ Λίτο, Ντιάνε Κρούγκερ, Σάρα Πόλεϊ, Ρις Άιφανς Βέλγιο/Γαλλία/Γερμανία/Καναδάς, 2009
Διάρκεια: 141’

Όταν ξεκίνησα να βλέπω τον «Κανένα», την ταινία που σας προτείνουμε αυτήν τη φορά, πίστεψα πως πρόκειται για μια «μικρή» ταινία. Έθιγε σημαντικά ζητήματα, αλλά μ’ έναν κάπως ξώφαλτσο τρόπο, χωρίς εμβάθυνση. Εικαστικά μου φάνηκε διεκπεραιωτική. Για να αλλάξω γνώμη απαιτήθηκαν δυο πράγματα: Πρώτον, να διαπιστώσω κάπου στο εικοσάλεπτο ότι η τηλεόρασή μου κόβει τις άκρες του κάδρου και να αλλάξω τη ρύθμιση από 4:3 σε 16:9. Μπόρεσα έτσι να δω ολόκληρη τη γεωμετρία της εικόνας, να κερδίσω εκείνα τα ζωτικά εκατοστά που αναδεικνύουν πλήρως τη σύνθεση του κάδρου. Δεύτερον, να περάσει πάνω από μια ώρα, μια ώρα και ένα τέταρτο, για να συνειδητοποιήσω ότι η ταινία τραβάει σε μάκρος, έρχεται και επανέρχεται στα ίδια θέματα, επιδεικνύει την επιμονή που χαρακτηρίζει την εμμονοληψία του magnus opus. Γιατί φαντάζομαι πως για τον βέλγο Ζακό βαν Ντορμέλ, σκηνοθέτη που έχει να κάνει ταινία από την εποχή του εξαιρετικού «Όγδοου θαύματος», κάπου πριν από δεκαπέντε χρόνια, αυτό φτιάχτηκε για να είναι το «μεγάλο του έργο». Η πνευματική του παρακαταθήκη. Αν το καταφέρνει είναι αντικείμενο συζήτησης.

Η ταινία ώρες-ώρες δίνει την εντύπωση ενός άψυχου και κάπως πειθαναγκαστικού κολάζ. Άλλες στιγμές, ιδιαίτερα εκεί που ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα, απογειώνεται. Και μετά ξαναπροσγειώνεται ανωμάλως. Είναι ένα είδος δοκιμίου επιστημονικής φαντασίας με στοιχεία ρομάντζου, που ξεκινά φέρνοντας στο νου το «Truman Show» και τις πρώτες, προ του Δόγματος ταινίες του φον Τρίερ, συνεχίζει με ολίγο από «Gattaca», φτάνει μέχρι το «Μια γυναίκα εξομολογείται» του Κασσαβέτη, για να αποφασίσει τελικά να κλίνει προς τη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» και τις ιστορίες που σκαρώνει ο Τσάρλι Κάουφμαν. Φυσικά οι αναφορές στο σινεμά δεν είναι καθόλου κακό πράγμα, αρκεί να υπάρχει ένα έρμα κι ένα σχόλιο σ’ αυτό στο οποίο αναφέρεσαι, στην περίπτωση αυτή όμως ώρες-ώρες νιώθεις ότι βλέπεις παρωδία γνωστών ταινιών, ενώ από ένα σημείο και μετά αν έχεις δει τη «Συνεκδοχή» ο παραλληλισμός είναι τόσο έντονος και προφανής που δεν μπορείς να σταματήσεις να κάνεις τη σύγκριση, η οποία δεν αποβαίνει πάντα υπέρ του βαν Ντορμαέλ.

Η ταινία είναι επίσης έντονα επηρεασμένη από μια σειρά από σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες, που αναφέρονται στην σχετικότητα των πραγμάτων ανάλογα με τον παρατηρητή, την έντονη επίδραση του τυχαίου στη ζωή μας, αλλά και τον πλήρως ντετερμινιστικό υλισμό που (υποτίθεται πως) κυβερνά όλα τα βιολογικά φαινόμενα, κι επομένως και την ανθρώπινη ζωή. Περισσότερο απ’ όλα όμως η ταινία περιστρέφεται γύρω από την ιδέα της κβαντικής φυσικής ότι ανά πάσα στιγμή υπάρχουν άπειρα παρελθόντα και άπειρα μέλλοντα, τα οποία βρίσκονται σε μια κατάσταση υπέρθεσης και ισχύουν ταυτόχρονα, μέχρις ότου κάποιος παρατηρητής προβεί σε κάποιου είδους μέτρηση ή παρατήρηση του συστήματος, οπότε και αυτό «κατασταλάζει» φαινομενικά σε μια κατάσταση.

Αυτή είναι και η κεντρική ιδέα της ταινίας: ένας γηραιός άνθρωπος προσπαθεί να θυμηθεί το παρελθόν του και ανακατασκευάζει διάφορες εκδοχές του, ανάλογα με τις αποφάσεις που πήρε ή δεν πήρε ή ανάλογα με κάποια τυχαία γεγονότα που συνέβησαν. Σαν το «Τρέξε Λόλα τρέξε» του Τίκβερ με ένα πρόσθετο επιστημονικό υπόβαθρο, δηλαδή.

Εν κατακλείδι η ταινία, παρά την ανομοιογένεια και την υπερπολυπλοκότητά της, βλέπεται με ενδιαφέρον και καταφέρνει μέσα απ’ όλ’ αυτά τα δάνεια να είναι πρωτότυπη και ερεθιστική για το μυαλό. Και συγκινητική κατά διαστήματα. Δεν είναι και λίγο πράγμα…

ΣΑΝ ΔΥΟ ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΝΕΡΟ του Τιμ Μπλέικ Νέλσον


LEAVES OF GRASS

Σκηνοθεσία: Τιμ Μπλέικ Νέλσον
Παίζουν: Έντουαρντ Νόρτον, Τιμ Μπλέικ Νέλσον, Κέρι Ράσελ, Ρίτσαρντ Ντρέιφους, Σούζαν Σάραντον, Προυτ Τέιλορ Βινς, Μέλανι Λίνσκι
ΗΠΑ, 2009
Διάρκεια: 105’

Αξιολόγηση: ***

Υπάρχουν οι «μεγάλες» ταινίες, όπως ας πούμε το «Chongqing Blues», η πρώτη ταινία που σας παρουσιάσαμε φέτος από αυτήν εδώ τη στήλη, ταινίες μεγάλων διαστάσεων και μεγαλόπνοων ιδεών, οι οποίες αρθρώνουν λόγο κινηματογραφικά ιδιαίτερο και απαιτείται να τις δει κανείς στη μεγάλη οθόνη για να μπορέσει να αποσπάσει το μέγιστο απ’ αυτές, και υπάρχουν και οι «μικρές» ταινίες, ταινίες μετριοπαθείς, ανάλαφρες, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στο μεγαλείο και την αισθητική της εικόνας, οι οποίες βολεύονται καλύτερα στην κατ’ οίκον θέαση του dvd. Τέτοιες ταινίες παράγονται πολλές στις Ηνωμένες Πολιτείες, και δεν διστάζουμε να σας τις προτείνουμε, εφόσον πληρούν βεβαίως κάποια ποιοτικά κριτήρια. Μετά λοιπόν το «Paul» και το «Μια παρέα λίγο… κούκου» σας παρουσιάζουμε σήμερα το «Σαν δυο σταγόνες νερό».

Πρόκειται για μια ταινία που στα χέρια των αδελφών Κοέν θα μπορούσε να είναι μια «μεγάλη» ταινία. Διαθέτει ένα πανέξυπνο και, σε γενικές γραμμές καλογραμμένο σενάριο, έχει κάποιες πρωτότυπες και βαθιές ιδέες, αλλά ο συνολικός χειρισμός είναι λίγο επιφανειακός, λίγο επιπόλαιος, και το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που σε κάνει να πεις «πολύ καλή επιλογή για το σπίτι, αλλά σε αίθουσα δε θα την έβλεπα». Πρωταγωνιστεί ο Έντουαρντ Νόρτον, ένας ηθοποιός που ειδικεύεται σε ρόλους «everyman», σε ρόλους καθημερινών, συνηθισμένων ανθρώπων με τους οποίους μπορεί κανείς με ευκολία να ταυτιστεί, και εδώ υποδύεται δυο ομοζυγωτικούς δίδυμους. Ο ένας, ο Μπιλ, ο βασικός πρωταγωνιστής, είναι κορυφαίος πανεπιστημιακός καθηγητής κλασικής φιλοσοφίας. Ο άλλος, ο Μπρέιντι, παρέμεινε κολλημένος στην επαρχία απ’ όπου κατάγονται, κάπου στα βάθη της Οκλαχόμα, και ασχολήθηκε με το παράνομο εμπόριο «χόρτου». Ο Μπιλ έχει κόψει βεβαίως κάθε επαφή με την οικογένειά του, την οποία δεν θέλει ούτε να σκέφτεται, μια μέρα όμως θα αναγκαστεί να επιστρέψει στην πάτρια γη και θα βρεθεί μπλεγμένος σε μεγάλους μπελάδες εξαιτίας του αδελφού του…

Η ταινία καταπιάνεται με πολλά και ποικίλα θέματα, με αποτέλεσμα να μοιάζει λίγο με μωσαϊκό. Ασχολείται βέβαια με τις οικογενειακές σχέσεις, όπου μας υπενθυμίζει ότι η οικογένεια είναι μια μήτρα απ’ την οποία δεν μπορούμε ποτέ να ξεφύγουμε όσο πολύ κι αν προσπαθήσουμε να διαφοροποιηθούμε απ’ αυτή. Ασχολείται με τη «βαθιά», επαρχιακή Αμερική της φτώχιας και της αμορφωσιάς, όπου το να διαμένεις και μόνο εκεί σε οδηγεί σχεδόν νομοτελειακά σε συγκεκριμένες ασχολίες. Θίγει με έξυπνο τρόπο τη σχέση πνευματικής καλλιέργειας και πραγματικής γνώσης, καθώς αποκαλύπτει τον ευρυμαθή καθηγητή Μπιλ σαν ένα άνθρωπο δίχως ίχνος πραγματικής αυτογνωσίας, ενώ ο αδελφός του, καπάτσος και πρακτικός, αναδεικνύεται σαν ένας άνθρωπος ιδιαίτερα ικανός, αλλά και έξυπνος, έστω κι αν δεν τελείωσε καν το σχολείο.

Μας υπενθυμίζει τέλος κι έναν πολύ μεγάλο ποιητή, ίσως τον σημαντικότερο της ιστορίας των ΗΠΑ, δυστυχώς όχι τόσο γνωστό όσο θα έπρεπε στην Ελλάδα, τον Γουόλτ Γουίτμαν, από τον οποίο προέρχεται και ο αρχικός (αγγλικός) τίτλος της ταινίας.

Άγγελος Γιάννου

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ του Στεφάν Κομαντάρεφ


SVETAT E GOLYAM I SPASENIE DEBNE OTVSYAKADE

Σκηνοθεσία: Στεφάν Κομαντάρεφ
Παίζουν: Μίκι Μανόλοβιτς, Κάρλο Λιούμπεκ, Κρίστο Μουταφτσίεφ, Άννα Παπαδοπούλου
Βουλγαρία, Γερμανία, Σλοβενία, Ουγγαρία, 2008
Διάρκεια: 105

Μετά τα ταξίδια μας στην μακρινή Κίνα και στην Αμερική, επιστρέφουμε αυτή την εβδομάδα στη δική μας ήπειρο, στον γεωγραφικό χώρο που παρήγαγε όσο κανείς άλλος τέχνη και πολιτισμό, παρήγαγε όμως και κρίσεις και πολέμους, για να σας προτείνουμε μια ταινία από τη γειτονική μας Βουλγαρία. Πρόκειται για μια ταινία που παρά τον ασυνήθιστο, αντισυμβατικό της τίτλο είναι αρκετά συμβατική και ενίοτε κλισεδιάρικη, αξίζει όμως της προσοχής μας για τη γνήσια αγάπη για τη ζωή που εκπέμπει. Η ιστορία επικεντρώνεται γύρω από ένα ταξίδι αυτογνωσίας και αναζήτησης της ταυτότητας.Μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα σε γερμανική αούτομπαν στο οποίο σκοτώνονται οι γονείς του, ο 25χρονος Αλεξάνταρ παθαίνει αμνησία. Εμφανίζεται τότε ο παππούς του Μπέης Νταν από τη Βουλγαρία, για να τον πάρει πίσω στην πατρίδα με ένα… ποδήλατο και να τον βοηθήσει να θυμηθεί τις ρίζες του και να αναζωογονήσει την αγάπη του για τη ζωή. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού βλέπουμε διάφορες αναλήψεις στο παρελθόν (φλασμπάκ) στις οποίες παρακολουθούμε τη ζωή της οικογένειας στην κομμουνιστική Βουλγαρία, πώς αποφάσισε να το σκάσει στη Δύση για να αποφύγει τις διώξεις του καθεστώτος, και πώς ο παππούς, παλιός αντικαθεστωτικός, έχει βρει καταφυγή στην απόλυτη αφοσίωσή του στο τάβλι, παιχνίδι το οποίο αντιμετωπίζει σαν μια πλήρη μεταφορά για τη ζωή. Αυτή η συσχέτιση του ταβλιού, παραδοσιακού παιχνιδιού όλων των βαλκάνιων λαών με τη ζωή, τη μοίρα, και τις ικανότητες είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας. Ο Μπέης Νταν δεν δέχεται ότι το τάβλι (όπως και η ζωή) είναι ένα παιχνίδι τύχης. «Κρατάς τα ζάρια στα χέρια σου», συμβουλεύει τον εγγονό του, «από σένα εξαρτάται πώς θα τα ρίξεις». Και, κυρίως, από σένα εξαρτάται πώς θα παίξεις τη ζαριά. «Δεν υπάρχουν κακές ζαριές», λέει σε ένα άλλο σημείο, «υπάρχουν κακοί παίκτες».Όλ’ αυτά μπορεί ίσως να ηχούν υπερβολικά οικεία σε κάποιους, ο Μπέης Νταν όμως, ενσαρκωμένος υπέροχα από τον κορυφαίο Σέρβο ηθοποιό και αγαπημένο συνεργάτη του Εμίρ Κουστουρίτσα Μίκι Μανοΐλοβιτς, έχει τον τρόπο του να τα ενδύει με γνήσια θέρμη και ενθουσιασμό για τη ζωή. «Όταν κρατάς τα ζάρια», συμβουλεύει τον εγγονό του, «σκέψου έντονα τη ζαριά που θέλεις να πετύχεις, αυτοσυγκεντρώσου και μετά ρίξε». Ακούγεται ίσως απατηλό, όμως πραγματικά, πόσο πιο έντονα δεν βιώνουμε τις καταστάσεις της ζωής όταν γνωρίζουμε τι ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε και το ποθούμε πραγματικά; Η εικόνα του παππού να ποδηλατεί αγέρωχα διασχίζοντας ολόκληρη την Ευρώπη και διδάσκοντας τον 25χρονο εγγονό του πώς να ξαναγαπήσει τη ζωή αποτελεί από τις πιο δυνατές της ταινίας. Αυτός είναι ίσως ο συνεκτικός κρίκος όλων των φετινών μας προτάσεων: στο «Chongqing Blues» ένας πατέρας διαπιστώνει ότι το εικοσάχρονο παιδί του έχασε τη ζωή του κάτω από την έλλειψη της πατρικής αγάπης και καθοδήγησης, ενώ στο «Extra Man» ένας 25χρονος παίρνει μαθήματα ζωής από τον εξηντάρη συνοδό κυριών του τίτλου.Στην ταινία αυτής της εβδομάδας ένας χαρισματικός παππούς δίνει την απαραίτητη ώθηση στον εγγονό του για να επανασυνδεθεί με τη ζωή και με τον εαυτό του. Μήπως αυτή η θεματική επιμονή υποδηλώνει ότι βιώνουμε στην κοινωνική πραγματικότητά μας μια έλλειψη ηγεσίας και καθοδήγησης;

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟ ΤΙΤΟ ΒΕΛΕΣ της Τεόνα Στρουγκάρ Μιτέφσκα

JAS SUM OD TITOV VELES
Σκηνοθεσία: Τεόνα Στρουγκάρ Μιτέφσκα
Παίζουν: Λαμπίνα Μιτέφσκα, Άννα Κοστόφσκα, Νικολίνα Κουγιάτσα, Ντζέβντετ Γιασάρι
ΠΓΔΜ, 2007
Διάρκεια: 102’

Αξιολόγηση: ***

VIDEODROME_TITO_VELES












Μετά την βουλγαρική ταινία που σας παρουσιάσαμε την προηγούμενη εβδομάδα, παραμένουμε στη γειτονιά μας, και κατευθυνόμαστε 180 χιλιόμετρα βορείως της Θεσσαλονίκης, μόλις δυο ωρίτσες δρόμο με το αυτοκίνητο, στο Βέλες των Σκοπίων. Πρόκειται για μια βιομηχανική πόλη 55 χιλιάδων κατοίκων, χτισμένη στην κοιλάδα του Αξιού, στην καρδιά της οποίας δεσπόζει ένα εργοστάσιο χάλυβα που χτίστηκε στην εποχή της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας του Τίτο (εξ ου και το πρώτο συνθετικό του ονόματος της πόλης, το οποίο έχει βέβαια πλέον αφαιρεθεί). Το Βέλες είναι κάτι σαν την Πτολεμαΐδα των Σκοπίων. Κυριαρχείται από ένα βλαβερό εργοστάσιο που έχει αφήσει εντονότατο στίγμα στην περιοχή, υποφέρει, αργοπεθαίνει, δεν μπορεί όμως και να ζήσει χωρίς αυτό.Αυτό το αδιέξοδο επιχειρεί να αποδώσει η ταινία «Γεννήθηκα στο Τίτο Βέλες», μια ταινία απαισιόδοξη μέχρι κατάθλιψης, παράλληλα όμως και μια ταινία ευαίσθητη, ποιητική και εικαστικά άρτια. Ηρωίδα της ταινίας είναι η Αφροδίτη, μια βουβή 27χρονη παρθένα, που ζει μαζί με τις δυο αδελφές της, μια 35χρονη που βρίσκεται εδώ και επτά χρόνια σε πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη, και μια 22χρονη μπασκετμπολίστρια, που κοιμάται με οποιονδήποτε της φανεί ότι μπορεί να την πάρει μακριά από το Βέλες. Γενικά και οι τρεις έχουν σοβαρά προβλήματα να αποδεχθούν το παρόν τους, την πόλη τους, τη ζωή τους και τον εαυτό τους. Ονειρεύονται τη φυγή, ένα μέλλον διαφορετικό, παράλληλα όμως παραμένουν προσκολλημένες και στο παρελθόν, στη μητέρα τους που τις εγκατέλειψε πριν χρόνια για να φύγει πρόσφυγας στην Ελλάδα και στον πατέρα τους, που πέθανε λίγο μετά από το μαράζι.

Η ταινία εκπέμπει μια γυναικεία ευαισθησία, εστιάζει στην αδελφική γυναικεία αλληλεγγύη των τριών αδελφών, οι οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα εχθρικό περιβάλλον, με τους άνδρες γύρω τους να επιδιώκουν μόνον να τις εκμεταλλευτούν, ενώ ιδιαίτερα δυνατός και συγκινητικός είναι ο χαρακτήρας της Αφροδίτης, που συμβολίζει την απόλυτη αγνότητα και ευαισθησία και έχει βέβαια τα μεγαλύτερα προβλήματα προσαρμογής. Η ταινία διαθέτει όμως και μια πολιτική χροιά, καθώς η ουτοπική διαφυγή των αδελφών εντοπίζεται στην Ελλάδα, τη «Μακεδονία του Αιγαίου», η οποία και εμφανίζεται σαν η πραγματική πατρίδα τους. Το Βέλες, το οποίο μετωνυμικά μπορεί να σημαίνει ολόκληρη τη χώρα της ΠΓΔΜ, είναι ένα γκρίζο βιομηχανικό απόβλητο του παρελθόντος το οποίο κανείς ουσιαστικά δεν αισθάνεται σαν πατρίδα του. Οι ρίζες της οικογένειας βρίσκονται στο Λέριν, την ελληνική Φλώρινα, από την οποία εκδιώχθηκαν βιαίως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το όραμά τους είναι η Θεσσαλονίκη, για την οποία τις πρόδωσε ακόμα και η ίδια η μάνα τους. «Έχεις δει ποτέ σου τη θάλασσα;» ρωτά κάποια στιγμή το φίλο της η Αφροδίτη. Και κάπου εκεί αρχίζουμε να κατανοούμε πόσο δύσκολο είναι να ζεις σε μια μικρή, φτωχή, περίκλειστη χώρα, χωμένη ουσιαστικά σε μια κοιλάδα, με ένα νέφος, βιομηχανικό ή απλώς μετεωρολογικό, μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι σου. Η συνειδητοποίηση και αποδοχή αυτής της οδυνηρής πραγματικότητας είναι και το βαθύτερο θέμα της ταινίας.

Άγγελος Γιάννου