Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

H Seven Films στο 53ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


TABU (Σαν σε όνειρο)
ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ: Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012 - 17:00
TZON KAΣΣABETHΣ:        Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012 - 19:30


LORE (Τα παιδιά του πολέμου)
ΦPINTA ΛIAΠΠA:   Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012 - 19:45
OΛYMΠION: Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012 - 18:00


DEAD EUROPE (Νεκρή Ευρώπη)
OΛYMΠION: Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012 - 22:30
ΦPINTA ΛIAΠΠA:   Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012 - 23:00


BEYOND THE HILLS ( Πίσω από τους λόφους)
Πρωτότυπος τίτλος : Dupa dealuri
OΛYMΠION: Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012 - 20:00
ΣTAYPOΣ TOPNEΣ:           Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012 - 20:15


IN THE FOG (Το πρόσωπο της ομίχλης)
Πρωτότυπος τίτλος: V tumane
ΦPINTA ΛIAΠΠA:   Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012 - 22:45
TZON KAΣΣABETHΣ:        Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012 - 19:30



Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΑΔΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ του Φίλιππου Τσίτου


Η φετινή προταση στα Οσκαρ της Ελλάδος κυκοφόρησε σε dvd 

Ο Σωτήρης (Αντώνης Καφετζόπουλος) είναι προανακριτής της Αστυνομίας που όμως έχει μια εμμονή: θέλει να είναι... δίκαιος. Ο Σωτήρης αρνείται να κρίνει τους ανθρώπους σύμφωνα με το νόμο και προτιμά να τους κρίνει σύμφωνα με την προσωπική του ηθική. Κάπως έτσι αποφασίζει να προσπαθήσει να σώσει έναν αθώο και για να εξασφαλίσει σχετικές πληροφορίες αναγκάζεται να δανειστεί ένα σοβαρό ποσό. Όμως αυτή του η προσπάθεια θα έχει τραγική κατάληξη, αφού ο Σωτήρης θα σκοτώσει από λάθος έναν άνθρωπο. Η Δώρα (Θεοδώρα Τζήμου) είναι η μοναδική μάρτυρας στο έγκλημα, μια καθαρίστρια που, προκειμένου να επιβιώσει, είναι έτοιμη να αδικήσει όποιον βρει μπροστά της. Οι δύο ήρωες θα βρεθούν απέναντι καθώς η άδικη Δώρα θα πρέπει να σώσει τον δίκαιο Σωτήρη... ενώ κάπου εκεί παραμονεύει και ο έρωτας...

O Φιλιππος Τσίτος συναντά ξανά τον Αντώνη Καφετζόπουλο μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» (αλλά και την τηλεοπτική "Αμυνα Ζώνης") και ο «Αδικος Κόσμος» έρχεται επιτέλους στις αίθουσες έχοντας στις αποσκευές του το Βραβείο Σκηνοθεσίας και το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο τελευταίο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν.

Στον «Αδικο Κόσμο» ο Τσίτος δεν ενδιαφέρεται να παραδώσει μια αστυνομική ταινία με την παραδοσιακή έννοια. Η ιστορία του Σωτήρη είναι το όχημα για να μιλήσει για το δίκαιο, πως αυτό "αλλάζει" ανάλογα με τις συνθήκες και κυρίως για τη στάση των ανθρώπων απέναντί στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Την ίδια στιγμή όμως ο Σωτήρης (εξαιρετικός ο Αντώνης Καφετζόπουλος) αποτελεί και μια αρχετυπική ενσάρκωση όσων νοιώθουν παγιδευμένοι σε ένα (επαγγελματικό) αδιέξοδο. Προσπαθούν να φέρουν το αδιέξοδο στα δικά τους μέτρα για να το "αντέξουν" ενώ την ίδια στιγμή αδυνατούν να καταλάβουν ότι η λύση είναι πιο απλή και το μόνο που χρειάζεται είναι τόλμη: να αποφασίσουν μια ριζική αλλαγή πορείας και να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους.

Το μεγαλύτερο προσόν του φιλμ όμως είναι ότι πρόκειται για μια απολύτως άρτια ταινία, όπου η εικόνα επί της οθόνης κλέβει τελικά την παράσταση. Μπορεί μέσα από την αφαίρεση να έρχεται στο προσκήνιο η ιστορία των ηρώων, όμως την ίδια στιγμή τα χρώματα, οι χώροι, οι λιτοί διάλογοι και κυρίως τα κάδρα που επιλέγει ο Τσίτος συνθέτουν ένα οπτικό αριστούργημα. Ένα αριστούργημα που μοιάζει μπολιασμένο με επιρροές από τους μελαγχολικούς πίνακες του Hopper και δευτερευόντως από τα συμπαθή φιλμ του Aki Kaurismaki.

Θανάσης Γεντίμης www.cinemanews.gr 

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΑΙΤΕ

GOETHE

Σκηνοθεσία: Philipp Stoelzl
Παίζουν: Alexander Fehling, Miriam Stein, Moritz Bleibtreu, Volker Bruch, Burghardt Klaussner, Henry Huebchen.
Γερμανία, 2010. Διάρκεια: 100΄

Στην Έσση του 1772 μας μεταφέρει η γερμανική ταινία που σας παρουσιάζουμε σήμερα. Εκεί, ο νεαρός ασκούμενος δικηγόρος Γιόχαν Γκαίτε παραμελεί την μελέτη των νόμων για χάρη της ποίησης, αλλά και της ανέμελης νεανικής ζωής. Ο αυθόρμητος, ιδιόρρυθμος και μάλλον αφελής Γιόχαν θα ερωτευθεί μια νεαρά, την Λότε, και από την ατυχή κατάληξη  του έρωτα αυτού θα εμπνευστεί το πρώτο του μεγάλο έργο, το οποίο και θα τον εκτοξεύσει στο λογοτεχνικό στερέωμα, τα Πάθη του νεαρού Βέρθερου.

Πρόκειται για μια αμιγώς εμπορική ταινία, κι όταν λέμε εμπορική ταινία εννοούμε τα εξής: Από απόψεως περιεχομένου απέχει από ακρότητες, φροντίζει να «στρογγυλεύει» τις άκρες, να γενικολογεί, έτσι ώστε να αρέσει σε όλους κι από λίγο. Παρουσιάζει εύπεπτες, γνωστές και παραδεδεγμένες αλήθειες, για να μην προκαλεί και να μην απωθεί κανένα δυνητικό θεατή. Από απόψεως μορφής φροντίζει να απέχει από οποιονδήποτε εκφραστικό ή στιλιστικό πειραματισμό. Κινείται στην πεπατημένη, χρησιμοποιεί παλιά και δοκιμασμένα κόλπα, κινητοποιεί στερεότυπα, προκειμένου να έχει σίγουρο και εγγυημένο αποτέλεσμα. Δεν «σκαλώνει», δεν μακρηγορεί, βλέπεται εύκολα, και ξεχνιέται εξίσου εύκολα. Κατόπιν αυτών θα αναρωτηθείτε ίσως γιατί σας την προτείνουμε; Σας την προτείνουμε γιατί όλοι μας έχουμε ανάγκη κάποια στιγμή να καταφεύγουμε στην ευκολία, δεν βρισκόμαστε μονίμως σε θέση να διεκπεραιώνουμε δύσκολες αποκωδικοποιήσεις, κάπου μας ξεκουράζει και μας αναζωογονεί το γνωστό και το οικείο. Επίσης γιατί δεν είμαστε όλοι μας παλιοί και έμπειροι, υπάρχουν και νέα παιδιά που δεν έχουν ακόμα τόσο οξυμένη αντίληψη της αισθητικής ιστορίας του κινηματογράφου, πολύ απλά δεν έχουν προλάβει να δουν τόσο πολλά, οπότε δεν συνειδητοποιούν το τετριμμένο του πράγματος. Και σαν μια απλή ιστορία ενός νεανικού έρωτα ο οποίος δίνει φτερά στη δημιουργικότητα, η ταινία αξίζει. Εκπέμπει στον θεατή ένα απλό, μα άμεσο μήνυμα «Ζήσε και δημιούργησε». Τέλος, σας την προτείνουμε γιατί μας δίνει την αφορμή να κάνουμε μερικές σκέψεις περί καλλιτεχνικής διάνοιας και αναπαράστασής της: η ταινία δείχνει να υπονοεί ότι υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ προσωπικής εμπειρίας και λογοτεχνικής έμπνευσης. Κάτι σαν «ζήσε, για να έχεις να γράψεις». Γνωρίζουμε όμως από τον βίο μεγάλων συγγραφέων όπως ο Μαρσέλ Προυστ και σκηνοθετών όπως ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τουλάχιστον όχι πάντοτε. Ο Προυστ είχε πει ότι κάθε άνθρωπος μέχρι την ηλικία των είκοσι έχει ζήσει επαρκή βιώματα και συναισθήματα για να συγγράψει ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο. Ο δε Χίτσκοκ είναι γνωστό ότι βάσισε όλο το φοβικό κλίμα που δεσπόζει στο έργο του σε ένα και μοναδικό παιδικό του βίωμα. Κάτι άλλο που δείχνει να υπονοεί η ταινία, και εδώ έγκειται η μεγαλύτερη αποτυχία της, είναι ότι το γράψιμο, και μάλιστα το ποιοτικό γράψιμο, είναι κάτι εύκολο, που μπορεί να γίνει με ένα ξέσπασμα. Ζεις έναν μεγάλο έρωτα που τελειώνει άδοξα, κλείνεσαι σ’ ένα δωμάτιο, γράφεις ασταμάτητα, και μια ωραία πρωία βρίσκεσαι με ένα αριστούργημα υπό μάλης. Αυτό που λείπει είναι η απεικόνιση της κοπιώδους και χειρονακτικής εργασίας της γραφής, όπως απουσιάζει επίσης και η απεικόνιση της εξίσου κοπιώδους προεργασίας της. Γιατί το γράψιμο δεν είναι κάτι που πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει σκληρή δουλειά και εντρύφηση στη λογοτεχνία, μια βαθιά καλλιέργεια και παιδεία. Δυστυχώς η ταινία χάνει την ευκαιρία να προβάλλει την ανθρωπιστική και καλλιτεχνική παιδεία σαν απαραίτητο υπόβαθρο της προσωπικής επιτυχίας στις τέχνες και τα γράμματα, όπως επίσης χάνει την ευκαιρία να διεισδύσει στη διαδικασία της έμπνευσης, αν και η αλήθεια είναι ότι την θίγει σαν θέμα, όταν δείχνει τον νεαρό Γκαίτε να συνθέτει τετράστιχα για την καλή του. Ως έχει, η ταινία δίνει κουράγιο και έμπνευση στους νέους να ασχοληθούν με τις τέχνες και τα γράμματα, τους αποκρύπτει όμως τον κόπο και την προεργασία, πνευματική και ψυχική, που απαιτείται.

Αγγελος Γιάννου φιλμ νουαρ 

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ του Xavier Giannoli

À L'ORIGINE

Σκηνοθεσία: Xavier Giannoli
Παίζουν: Francois Cluzet, Emmanuelle Devos, Gerard Depardieu, Soko, Vincent Rottiers
Γαλλία, 2009. Διάρκεια: 130΄

Ένα «λαβράκι» σας έχουμε γι’ αυτή τη βδομάδα, μια ταινία που δύσκολα τραβά την προσοχή κάποιου που περιδιαβάζει τα ράφια του βίντεο-κλαμπ ψάχνοντας κάτι για να περάσει την ώρα του, κι όμως αποτελεί στη σημερινή συγκυρία μια ταινία must-see, που ανταμείβει τον θεατή και με το παραπάνω.

Ο Πολ, ο ήρωας της ταινίας, που συστήνεται ως Φιλίπ Μιλέρ,  είναι ένας απατεώνας που μπλέκει σχεδόν άθελά του σε μια κομπίνα κατασκευής ενός τμήματος αυτοκινητοδρόμου που είχε εγκαταλειφθεί πριν μερικά χρόνια σε κάποια απόμακρη περιοχή της βόρειας Γαλλίας. Όταν διαπιστώνει ότι τοπικοί παράγοντες, που τον παιρνούν για εκπρόσωπο της πολυεθνικής που είχε αρχικά αναλάβει την κατασκευή, αρχίζουν να τον «λαδώνουν» προκειμένου να εξασφαλίσουν αναθέσεις επιμέρους προμηθειών και έργων στο νέο, μεγάλο και φιλόδοξο εργοτάξιο που ευελπιστούν ότι πρόκειται να στηθεί, ο Πολ αποδέχεται τον ρόλο του, και έτσι ξαφνικά, εντελώς εκ του μηδενός, ένα μεγάλο δημόσιο έργο αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.

Η ταινία βασίζεται πάνω σε μια ιστορία προσωπικής εξαπάτησης, που μπορεί να θεωρηθεί εμβληματική της εν γένει απατηλότητας του σύγχρονου οικονομικού συστήματος, όπως τουλάχιστον το γνωρίσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια: Βασίζεται στην παραγωγή πλούτου, ενίοτε και αχρείαστου («πού οδηγεί ο δρόμος;» Ρωτάνε κάποια στιγμή τον Πολ από τα κεντρικά. «Δεν ξέρω. Πουθενά», είναι η απολύτως ταιριαχτή απάντηση), από αέρα κοπανιστό, από πίστωση, δηλαδή αποκλειστικά από την (καλή) πίστη των ανθρώπων. Ο Πολ, από την στιγμή που οι ντόπιοι, μέσα στην απελπισία τους να ξεφύγουν από την ανεργία, δέχονται να δουλέψουν τζάμπα και να πληρωθούν σε τρεις μήνες, αποκτά μια προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να χρηματοδοτεί ουσιαστικά τα πάντα χωρίς να πληρώνει τίποτα. Ακόμα και η τοπική τράπεζα είναι πρόθυμη να συμμετάσχει, εφόσον πρόκειται για έργο πολυεθνικής, που υπόσχεται άπλετα μελλοντικά κέρδη. («Και πώς δεν έχουμε ξανακούσει την εταιρεία σας;» ρωτάνε τον Πολ. «Ξέρετε πώς είναι αυτά. Ανοίγουν διαρκώς καινούριες θυγατρικές», είναι η απολύτως αναμενόμενη απάντησή του, την οποία είναι όλοι πρόθυμοι να πιστέψουν, καθότι κανείς πλέον δεν περιμένει να βγάλει νόημα από το οικονομικό σύστημα). Η μόνη πραγματική χρηματοδότηση που υπάρχει στο έργο είναι οι μίζες που εισπράττει ο Πολ. Η δε συνήθειά του να σιδερώνει τα χαρτονομίσματα των πενήντα και των εκατό ευρώ αποτελεί έναν χαρακτηριστικό συμβολισμό για μια οικονομία της οποίας το χρήμα έχει πλέον πάψει να «γυρίζει», να κυκλοφορεί στην πραγματική οικονομία (που ολοένα και συρρικνώνεται), παρά βασίζεται αποκλειστικά σε φρεσκοτυπωμένο, κολλαριστό χρήμα, που προέρχεται από τις τράπεζες και όχι από την αγορά. Το μόνο που όντως υπάρχει είναι ο μόχθος των ανθρώπων, η εργασία τους, η οποία και θα παράγει τελικά το σκοπούμενο προϊόν, και μάλιστα χωρίς καμιά ιδιαίτερη υποστήριξη σε επίπεδο τεχνογνωσίας ή τεχνολογίας. Ένας επιδέξιος, φιλότιμος και εργατικός ντόπιος εργοδηγός αρκεί. Οι μεγαλόσχημοι μηχανικοί και τα στελέχη με τα κοστούμια είναι μόνο για να εισπράττουν τις μίζες. Το εργοτάξιο, λοιπόν, σ’ αυτή την εσχατιά της άλλοτε ευημερούσας Γαλλίας, που τώρα μαστίζεται από την ανεργία και την αποβιομηχάνιση, αποτελεί το καταλληλότερο σύμβολο για ολόκληρο το οικονομικό μας σύστημα, ο δε Πολ, ένας περιφερόμενος απατεωνίσκος χωρίς προσωπική ζωή, τον κατεξοχήν εκπρόσωπό του.

Η ταινία είναι λίγο δύσκολη στη θέαση λόγω των χαμηλών της τόνων και της έμφασης στους εσωτερικούς χώρους και τα πρόσωπα, αλλά και της κάπως μεγάλης διάρκειάς της. Διαπρέπει στην ψυχολογική προσέγγιση (στάλα-στάλα βγαίνει από σκηνή σε σκηνή η βαθύτερη εσωτερική απελπισία του ανέστιου και ματαιωμένου Πολ, αλλά και η ανικανοποίητη ανάγκη για δοτική αγάπη της μοναχικής δημάρχου αυτής της απόμερης γωνιάς, με την οποία θα μπλέξει ο Πολ), αλλά δεν αποδίδει την ίδια έμφαση στην κοινωνική. Μια πιο επιβλητική και ευρύτερων διαστάσεων προσέγγιση θα βύθιζε ίσως λίγο βαθύτερα τον θεατή στη συμβολική διάσταση της ιστορίας και θα τον απελευθέρωνε από τα δεσμά ενός κάπως πεζού και περιοριστικού ρεαλισμού. Έστω κι έτσι, η ταινία διαθέτει ευαισθησία, οξυδέρκεια και συμβολική δύναμη.

Αγγελος Γιάννου φιλμ νουαρ 

ΑΠΟ ΓΙΑΠΗΔΕΣ… ΧΙΠΗΔΕΣ (WANDERLUST) του David Wain

Σκηνοθεσία: David Wain
Παίζουν: Paul Rudd, Jennifer Aniston, Justin Theroux, Alan Alda
ΗΠΑ, 2012. Διάρκεια: 98΄

Τα οπτικά γκαγκ που προκαλούν το χονδροειδές, αντανακλαστικό, αυτοματικό γέλιο συνδυάζονται με μια πιο εκλεπτυσμένη, οξυδερκή και ανθρώπινη αίσθηση του χιούμορ στην κατά κοινή ομολογία αρκετά αστεία αμερικάνικη κωμωδία που σας προτείνουμε αυτή τη βδομάδα. Κατά μια έννοια το Wanderlust είναι για το είδος της κωμωδίας ό,τι ήταν και το Young Adult που σας παρουσιάσαμε την προηγούμενη βδομάδα για το είδος της ρομαντικής κομεντί. Και τα δυο μπορούν να ειδωθούν σαν σετ: Ευχάριστες ταινίες, με γρήγορο ρυθμό και χρώματα φωτεινά, που εξελίσσονται μπροστά σε ένα δυσοίωνο φόντο οικονομικής κρίσης. Και στις δυο ταινίες η έμφαση παραμένει στα άτομα και τις σχέσεις τους, ενώ η ευρύτερη κοινωνική διάσταση συγκρατείται στο επίπεδο του υπαινιγμού. Κοινώς, λίγο απ’ όλα για να είναι όλοι κι από λίγο ευχαριστημένοι. Έτσι γίνονται οι μπίζνες!

Ο Τζορτζ και η Λίντα είναι ένα ταιριαστό κι αγαπημένο ζευγάρι στα τριαντακάτι, που μόλις έχει αγοράσει ένα μικρό, αλλά πανάκριβο λοφτ στη Νέα Υόρκη, όπου αισιοδοξεί να ζήσει το δικό του American Dream. Αίφνης ο Τζορτζ απολύεται από την εταιρεία που δούλευε, η Λίντα βλέπει την πρότασή της για την παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ για τα προβλήματα των πιγκουΐνων να απορρίπτεται, ενώ ταυτόχρονα το ζευγάρι διαπιστώνει ότι η αξία του διαμερίσματός του έχει κατακρημνιστεί λόγω της οικονομικής κρίσης. Τρομοκρατημένοι, αποφασίζουν να καταφύγουν στον Ρικ, τον επαρμένο και μόνιμα σαρκαστικό αδελφό του Τζορτζ, που έχει μια πετυχημένη επιχείρηση ενοικίασης φορητών τουαλετών στην Ατλάντα. Στη διαδρομή όμως σταματούν τυχαία για ξεκούραση σε ένα απόμερο πανδοχείο, το οποίο διαπιστώνουν ότι αποτελεί την έδρα ενός χίπικου κοινοβίου. Οι δυο τους γοητεύονται από την χαλαρή και εναλλακτική προσέγγιση στη ζωή των συγκεκριμένων χίπιδων, και ιδιαίτερα του γενειοφόρου επικεφαλής τους Σεθ, και αποφασίζουν να μείνουν μέχρι νεωτέρας εκεί. Η συμβίωση όχι μόνο θα δώσει την αφορμή για διάφορες αστείες καταστάσεις, αλλά θα δράσει διαβρωτικά και στη σχέση του ζευγαριού, που θα δοκιμαστεί σημαντικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο λεπτός και εύστροφος τρόπος με τον οποίο η ταινία σταδιακά μας αποκαλύπτει ότι αυτό που προβάλλεται σαν εναλλακτική διέξοδος φυγής από καταπιεστικές δομές εξουσίας και σαν τρόπος αναζωογόνησης των ανθρώπινων σχέσεων σε μια βάση ισότητας, στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά έναν ακόμη μηχανισμό επιβολής, που καμουφλάρει με μεγάλη επιτηδειότητα τα κόλπα με τα οποία παρεμβαίνει στις ανθρώπινες σχέσεις και τις διαβρώνει. Στα ατού της ταινίας επίσης η χαριτωμένη αναπαράσταση της σχέσης του ζευγαριού, που συμβάλλει σημαντικά στο ανάλαφρο κλίμα που επικρατεί γενικώς, και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χημεία των δυο πρωταγωνιστών Πολ Ραντ και Τζένιφερ Άνιστον, οι οποίοι είναι παλιοί γνώριμοι από τα Φιλαράκια. Οι δυο τους διαθέτουν μεταξύ τους εξαιρετικό «τάιμινγκ», συγχρονίζονται απόλυτα, δεν αφήνουν ούτε δευτερόλεπτο νεκρού χρόνου, και συμβάλλουν, μαζί βεβαίως με το μοντάζ, στη διατήρηση ενός γρήγορου ρυθμού, που οδηγεί τον θεατή σε μια μόνιμη κατάσταση ευθυμίας, η οποία δεν τελειώνει παρά μόνο αφού πέσουν οι τίτλοι του τέλους, ενώ παράλληλα αποσπούν πλήρως την προσοχή από τις αδυναμίες της εν πολλοίς τυποποιημένης πλοκής. Εξαιρετικές και οι σκηνές με τον Ρικ, τον οποίο ενσαρκώνει ο Κεν Μαρίνο, συνσεναριογράφος και μόνιμος συνεργάτης του σκηνοθέτη της ταινίας, και αποτελεί την ενσάρκωση του άξεστου και χοντρόπετσου μέχρι χυδαιότητας ανθρώπινου τύπου που είναι γραφτό να πετυχαίνει επιχειρηματικά στο οικονομικό σύστημα που κυριαρχεί σήμερα στην Αμερική. Η ταινία είναι παραγωγή του Τζαντ Άπατοου, ο οποίος έχει τυποποιήσει ένα μοντέλο παραγωγής και ένα σύνολο μονίμων συνεργατών, κάτι που βγαίνει στην ταινία, που δείχνει εμφανώς καλολαδωμένη, κυλάει με ρυθμό και σιγουριά, κι αν δεν απογειώνεται, το σίγουρο είναι ότι παραδίδει αυτό που υπόσχεται: γέλια, και μάλιστα γέλια επιπέδου, και σε κάποιες περιπτώσεις πολυεπίπεδα.

Αγγελος ΓΙάννου φιλμ νουαρ 

Young Adult του J.Reitman




YOUNG ADULT

Σκηνοθεσία: Jason Reitman 
Παίζουν: Charlize Theron, Patton Oswalt, Patrick Wilson, Elizabeth Reaser 
ΗΠΑ, 2011. Διάρκεια: 94΄

Καλή κινηματογραφική χρονιά! Ξεκινούμε και φέτος εδώ στο φιλμ νουάρ και στην ιστορική στήλη Videodrome την προσπάθεια να σας παρουσιάσουμε αξιόλογες ταινίες, που δεν έχουν προβληθεί στις αίθουσες και που αξίζει τον κόπο να δείτε στο dvd. Σίγουρα ζούμε σε ταραχώδεις καιρούς, κι αυτό αποσπά σε μεγάλο βαθμό την προσοχή όλων μας από δραστηριότητες ψυχαγωγίας, η τέχνη όμως θα παραμένει πάντα ένα ύστατο καταφύγιο του ανθρώπου, στο οποίο θα προσφεύγει όχι μόνο για παρηγοριά και απόδραση, αλλά και για διαύγαση των βαθύτερων και πιο ουσιαστικών αιτιών των προβλημάτων του. Εγκαινιάζουμε λοιπόν τη χρονιά με μια ταινία που μπορεί να μην είναι το αριστούργημα, μπορεί να μη στοχεύει τόσο ψηλά όσο ίσως θα μπορούσε (κι αυτό είναι κρίμα και μέγιστη σπατάλη), διαθέτει όμως ένα σπάνιο προσόν: Μια ηρωίδα… αρνητική. Με άλλα λόγια, ο «κακός» της ταινίας είναι και ο ήρωάς της, αυτός με τον οποίο καλείται ο θεατής να ταυτιστεί και να δει τα πράγματα από τη σκοπιά του. Πρόκειται για μια ανατροπή που δεν τη βλέπουμε συχνά, και που θα την χαρακτηρίζαμε εγγενώς… ευγενική, γιατί έτσι καλούμαστε σαν θεατές να κατανοήσουμε τα αίτια της κακής συμπεριφοράς του άλλου, να μπούμε στο πετσί του κι έτσι όχι μόνο να εμπλουτίσουμε τη γνώση μας για τα τερτίπια της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και να δείξουμε κατανόηση και, γιατί όχι, συμπάθεια για το Κακό, αυτή την υπέρτατη Ετερότητα, που όλοι μας ξορκίζουμε, αλλά παράλληλα όλοι μας λίγο-πολύ κρύβουμε μέσα μας, άλλος λιγότερο συγκεκαλυμμένα κι άλλος περισσότερο. Απολύτως κατάλληλη πρωταγωνίστρια σε μια τέτοια προσπάθεια αναδεικνύεται η Σαρλίζ Θερόν, η οποία όχι μόνο έχει αποδείξει την υποκριτική της δεινότητα κατά το παρελθόν, αλλά και έχει ξανατολμήσει κάτι παρόμοιο με απόλυτη επιτυχία στο Monster, που της είχε χαρίσει και το Όσκαρ για την ερμηνεία μιας εξακολουθητικής δολοφόνου. Δημιουργοί της ταινίας το δίδυμο Τζέισον Ράιτμαν στη σκηνοθεσία και Ντιάμπλο Κόντι στο σενάριο, δίδυμο που μας είχε δώσει προ πενταετίας και το εξαιρετικό Juno. Η Θερόν ενσαρκώνει την Μέιβις, μια τριανταεπτάχρονη διαζευγμένη συγγραφέα φτηνιάρικων εμπορικών μυθιστορημάτων εξίσου εύγλωττη  κι ακόμα πιο σαρκαστική και δηλητηριώδη από την Τζούνο. Τα βιβλία της Μέιβις ανήκουν στην κατηγορία “Young Adult” – εξ ου και ο τίτλος της ταινίας – απευθύνονται δηλαδή σε ένα κοινό 15 με 20 ετών. Ο τίτλος αποκαλύπτει, με έναν τρόπο ίσως πιο προφανή απ’ ό,τι θα έπρεπε, και την ουσία της προσωπικότητας της ηρωίδας: είναι κολλημένη στην πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής της, τότε που ψηφιζόταν πιο πετυχημένη μαθήτρια της τάξης και χριζόταν “Prom queen,” και αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και να ενηλικιωθεί ουσιαστικά. Κάποια στιγμή λοιπόν που η μοναξιά της, το αλκοολίκι της και η μισανθρωπία της έχουν φτάσει σε ένα σημείο που να μην μπορούν σχεδόν να κρυφτούν, παίρνει μια ενστικτώδη απόφαση: Να επιστρέψει στην επαρχιακή της γενέτειρα προκειμένου να διεκδικήσει τον εφηβικό της έρωτα, τον μόνο ίσως άνδρα που πραγματικά αγάπησε, από την αγκαλιά της συζύγου του και του… νεογέννητου μωρού του. Η “queen bitch”, η όμορφη αντροχωρίστρα, αυτό το ασυναίσθητο και ασυμπάθιστο θηλυκό βγαίνει λοιπόν από τον καρικατουρίστικο β΄ ρόλο στον οποίο το είχαμε συνηθίσει στις συμβατικές αμερικάνικες νεανικές κομεντί και έρχεται στο προσκήνιο, γίνεται η πρωταγωνίστρια με μια πλούσια εσωτερική ζωή, που αξίζει να διερευνηθεί από μια ταινία που θέλει να λέγεται οξυδερκής, ανάλαφρη, αλλά και σοβαρή συνάμα. Το αποτέλεσμα κρίνεται πετυχημένο, η ταινία είναι και έξυπνη και ευχάριστη, με αρκετό χιούμορ και ενόραση, απλά παραμένει μια ταινία μικρής κλίμακας, που δεν αποτολμά (παρά τις ευδιάκριτες νύξεις) τη διασύνδεση του θέματός της με μια ευρύτερη κοινωνική προοπτική και δεν καταφέρνει να αποδώσει επαρκώς τριδιάστατα τους υπόλοιπους ήρωές της εκτός της Μέιβις.

Αγγελος Γιαννου φιλμ νουαρ