Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

42 του Μπράιαν Χέλγκελαντ


Σκηνοθεσία: Μπράιαν Χέλγκελαντ
Παίζουν: Τσάντγουϊκ Μπόουζμαν, Τ.Ρ. Νάιτ, Χάρισον Φορντ, Νικόλ Μπεχαρί, Λούκας Μπλακ
Διάρκεια: 128’
2013


Έχουν γραφεί πολλά ποιήματα για τα πεδία της μάχης μετά το πέρας της. Για τους πνιχτούς ήχους αυτών που ξέμειναν να ξεψυχήσουν, για τις έρημες φωτιές που καίνε εδώ και κει και κυρίως για αυτή τη σιωπή, την εκκωφαντική, που διαδέχεται το θόρυβο της μάχης.

Λιγότερα έχουν γραφεί για τα άδεια στάδια, όταν οι προβολείς τους σβήνουν. Αντηχούν ακόμα από τις ιαχές και τις κραυγές του απογεύματος. Κάποιος παίχτης τραυματίστηκε και ουρλιάζει. Μια ενέργεια υπήρξε πράξη αυτοθυσίας. Και κάποια νίκη ήταν ίδιος θρίαμβος. Λιγότερα ποιήματα έχουν γραφεί για τα άδεια στάδια και είναι παράξενο. Γιατί είναι εκεί όπου αποφορτίζεται η κοινωνία. Εκεί είναι που οι σύγχρονοι άνθρωποι ζούνε και ξαναζούν θεσμοποιημένη την εβδομαδιαία μινιατούρα του πολέμου.

Για το μπέιζμπολ δε γνωρίζω πολλά και μάλλον και εσείς το ίδιο. Ωστόσο μια μέρα με ήλιο σίγουρα θα φορέσατε ένα απ’ τα καπελάκια του και σίγουρα θα έχετε ακουστά τους περίφημους Νιου Γιορκ Γιάνκις. Και αν μάλιστα ξεφυλλίσατε τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ήδη θα ξέρετε πολλά για τον θρυλικό παίκτη, τον Τζόε ΝτιΜάτζιο.

Ας μας είναι ακατανόητο το μπέιζμπολ βλέποντάς το στην οθόνη. Όλοι καταλαβαίνουμε την επίδρασή του στο πολιτισμικό φαντασιακό. Είναι ό,τι είναι το ποδόσφαιρο για τους Ιταλούς ή για τους Άγγλους. Είναι ο τρόπος των αμερικάνων σπόρτσμεν, είναι το άθλημα των τζέντλεμεν της αυτοδημιούργητης αυτής χώρας. Τζέντλεμεν που σέρνονται στο χώμα για να προλάβουν να αγγίξουνε τη «βάση».

Η ταινία μας ξεκινά το 1946. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και οι αμερικανοί στρατιώτες επιστρέφουν από την Ευρώπη. Οι μαύροι αμερικανοί ως ορντινάτσες των λευκών ή απλώς ως κρέας για τα κανόνια, ηρωικά πολέμησαν το ναζισμό. Και ωστόσο αυτοί οι ματωμένοι ήρωες πίσω στην πατρίδα τους υπάγονται στους νόμους του φυλετικού διαχωρισμού. Άλλες τουαλέτες για κατούρημα, άλλες θέσεις στα λεωφορεία, άλλες ευκαιρίες – μόνο αρνητικές – για τη ζωή τους. Και όσον αφορά το μπέιζμπολ, άλλο πρωτάθλημα για τους λευκούς και άλλο για τους μαύρους.

Είναι το 1946 όταν ο θρυλικός πρόεδρος των Μπρούκλιν Ντοτζερς θα διασχίσει τις διαχωριστικές γραμμές, προτείνοντας συμβόλαιο σε αυτόν που επρόκειτο να γίνει ο πρώτος έγχρωμος παίκτης του επίσημου πρωταθλήματος, τον Τζάκι Ρόμπινσον.

Η θύελλα ξεσπά και είναι σφοδρή. Οι ίδιοι οι παίκτες των Ντότζερς αρνούνται το μαύρο τους συμπαίκτη. Οι διαιτητές μεροληπτούν και οι αντίπαλοι βρίζουν χυδαία εν χορώ. Η ομοσπονδία εξανίσταται, τα πλήθη αλαλάζουν. Τα ξενοδοχεία αρνούνται τη φιλοξενία, ενώ οι θερμόαιμοι και ασπριδεροί αμερικανοί υπόσχονται δολοφονίες.  

Και όμως, ο σαρδόνιος πρόεδρος και ο χαρισματικός παίκτης και ακέραιος άνθρωπος Ρόμπινσον θα αντέξουν ως το τέλος. Η ταινία μας διηγείται τη θρυλική πορεία της ομάδας ως τον τίτλο του 1947 και ταυτόχρονα χαρτογραφεί περίτεχνα το ρατσισμό, ρατσισμό που άλλοτε βρίσκεται στην ωμή βία και άλλοτε κατοικεί στα βλέμματα. Mε κοινωνιολογική ευφυΐα καταδεικνύει πώς η εχθρότητα των Άλλων συσπειρώνει την ομάδα των Ντότζερς και πώς η καθημερινή τριβή, η βιωμένη δηλαδή ζωή, γεφυρώνει το χάσμα των προκαταλήψεων.

Δυο ερωτήματα επανέρχονται στο φιλμ. Γιατί έλαβε την απόφαση αυτή ο πρόεδρος; Είτε υπό τη γοητεία του χρήματος είτε υπό το βάρος της συνείδησης, ο Μπραντς Ρίκεϋ κυρίως συνέλαβε προδρομικά μια εποχή που άλλαζε, αντιλαμβανόμενος την αντίφαση η ομάδα του έγχρωμου Μπρονξ να είναι λευκή.

Ο καιρός του ρατσισμού ως άμεσου διαχωρισμού έφθανε στο τέλος του. Οι ΗΠΑ μετά το τέλος του πολέμου ήταν μια κοινωνία χαρούμενη που η οικονομία της γρήγορα θα άνθιζε σε διάφορους τομείς. Οι άνθρωποι θα κάναν πλέον διακοπές, θα αγόραζαν δικό τους αυτοκίνητο, θα πήγαιναν στο γήπεδο διατεθειμένοι να ξοδέψουν, αν το θέαμα που έβλεπαν ήτανε καλό.

Μα για να είναι καλό το θέαμα χρειαζόταν οι αποκλεισμένοι αθλητές, οι δυνατοί και οι γρήγοροι, να μπούνε στο παιχνίδι. Ο φυλετικός αποκλεισμός άρχιζε να είναι αναχρονισμός για το υποσύστημα του επαγγελματικού αθλητισμού. Και για τους εύστροφους ιδιοκτήτες των ομάδων, οι μαύροι δε θα ήταν πια οι «αράπηδες» του παρελθόντος, μα οι γρηγορότεροι των λευκών δρομείς σε αυτή την αξιοκρατία του εμπορικού θεάματος.

Ήταν ωστόσο ήρωας ο Ρόμπινσον; Οι καιροί των αντιφάσεων παράγουν ήρωες. Τι και αν ο ίδιος δήλωνε πως παίζει απλώς και μόνο μπέιζμπολ. Στους δύσκολους καιρούς η ακεραιότητα αρκεί – και αναβαπτίζει.

Η ωραία ταινία μας δεν είναι βιογραφία ή αθλητική ταινία. Αντιθέτως, αποτελεί την εύστοχη τοιχογραφία μιας εποχής, όπου ο Ρόμπινσον ως καταλύτης επιτάχυνε τις αντιδράσεις της. Τότε που στα στάδια και τα λεωφορεία μιας χώρας δόθηκε ένας σκληρός και ακήρυχτος πόλεμος.

Έκτοτε υπογράφηκαν πολλά αθλητικά συμβόλαια. Οι φανέλες των πρωταγωνιστών αποσύρθηκαν στο Hall of Fame. Το θέαμα έγινε ακόμα πιο εμπορικό.

Και ο πόλεμος; Συνεχίζει ακήρυχτος, σκληρός. Και τις Κυριακές του γηπέδου και τις καθημερινές του βίου μας.


Δημήτρης Δρένος

Δεν υπάρχουν σχόλια: