Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Grand prix Un Certain Regard στον Κυνόδοντα του Γιώργου Λανθιμου


Το βραβείο καλύτερης ταινίας στο τομέα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» απέσπασε η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, «Κυνόδοντας», στο 62ο φεστιβάλ Καννών. Στο ίδιο τμήμα, η κριτική επιτροπή βράβευσε επίσης τον Ιρανό Μπαμάν Γκομπάντι, τη Γαλλίδα Μία Χάνσεν-Λαβ και το Ρουμάνο Κορνέλιου Πορουμπόιιου.

Ο Γιώργος Λάνθιμος έκανε το ντεμπούτο του το 2005 με την Κινέττα, η οποία μεταξύ άλλων, είχε συμμετάσχει στο Φόρουμ του Φεστιβάλ Βερολίνου και στο Φεστιβάλ του Τορόντο. Ο Κυνόδοντας Νέο παράθυρο είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον ίδιο. 

Η ταινία δείχνει τη λειτουργία μιας δικτατορίας στην κλίμακα της πυρηνικής οικογένειας, όπου ο διανοητικός χειρισμός, η μόνιμη απειλή, η διαστροφή της γλώσσας και το ψέμα είναι καθημερινά. 

Ο «Κυνόδοντας» δείχνει ένα ζευγάρι και τα τρία τους παιδιά που ζουν σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη. Γύρω από το σπίτι υπάρχει ένας ψηλός φράχτης. Τα παιδιά δεν έχουν φύγει ποτέ από το σπίτι. Διαπαιδαγωγούνται, ψυχαγωγούνται, βαριούνται και αθλούνται έτσι όπως οι γονείς τους πιστεύουν ότι θα έπρεπε, χωρίς κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Τα παιδιά επίσης πιστεύουν ότι τα αεροπλάνα που πετάνε πάνω από το σπίτι είναι παιχνίδια και ότι τα ζόμπι είναι μικρά κίτρινα λουλούδια. 

Ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει μέσα στο σπίτι είναι η Χριστίνα, η οποία δουλεύει σαν φρουρός security στο εργοστάσιο του πατέρα. Ο πατέρας κανονίζει τις επισκέψεις της στο σπίτι με σκοπό να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές του γιού. Όλη η οικογένεια, και ιδιαίτερα η μεγάλη κόρη, λατρεύει την Χριστίνα. Μια μέρα η Χριστίνα κάνει δώρο στην μεγάλη κόρη μια στέκα για τα μαλλιά ζητώντας της κάτι άλλο σε αντάλλαγμα. 

Στον «Κυνόδοντα» παίζουν οι Χρήστος Στέργιογλου, Μισέλ Βάλεϊ, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαίρη Τσώνη, Άννα Καλαϊτζίδου. 

Η κριτική επιτροπή, με πρόεδρο τον Ιταλό σκηνοθέτη Πάολο Σορεντίνο, απένειμε επίσης το ειδικό βραβείο του «Ένα κάποιο βλέμμα» εξίσου σε δύο ταινίες μεγάλου μήκους από τις 20 που είχαν επιλεγεί: στις «Περσικές γάτες» του Ιρανού Μπαμάν Γκομπάντι και στο «Ο πατέρας των παιδιών μου» της Μία Χάνσεν-Λαβ. Βραβεύτηκε επίσης το «Αστυνομικός, επίθετο» του Κορνέλιου Πορουμπόιου. 
απο το TVXS

Παρακάτω η ανταπόκριση του Τασου Θεοδωρόπουλου στο Πρώτο Θέμα

Είναι πολύ περίεργη αίσθηση να έχεις μπει μέσα σε μια πολυτελή σάλα προβολών και εκδηλώσεων κάπου στο γαλλικό νότο, στις Κάννες,  περισσότερο από βαρεμάρα μέχρι να περάσει η ώρα σου και να πας να δεις ταινία, και ξαφνικά να ακούς ότι η χώρα σου παίρνει το μεγαλύτερο βραβείο στην κατηγορία που συναγωνίζεται. Μπορεί ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, να μην ήταν στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Καννών, ήταν όμως στο εξ’ ίσου επίσημο, «Ένα Κάποιο Βλέμμα», το κομμάτι του φεστιβάλ που αφουγκράζεται με μεγαλύτερη τόλμη και ρίσκο το ‘ανεξάρτητο’ σινεμά του κόσμου. Το κομμάτι του φεστιβάλ από το οποίο ξεκινούν τα τελευταία χρόνια,  τάσεις και προτάσεις, που οδηγούν μετά στον Χρυσό Φοίνικα.

Το κομμάτι εκείνο του φεστιβάλ, που δίνει τα δικά του βραβεία, μια μέρα πριν τον  Χρυσό Φοίνικα. Αντιμέτωπος ο Λάνθιμος με άλλες 19 ταινίες, από άλλες τόσες χώρες του κόσμου. Και τους πήρε τα σώβρακα. Με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής, όχι κανέναν τυχαίο, αλλά τον σκηνοθέτη του εκπληκτικού ιταλικού «Ιl Divo» Πάολο Σορεντίνο (που στην Ελλάδα εισπρακτικά το απαξιώσαμε μεγαλοπρεπώς). Και μέλος της κριτικής επιτροπής, τον διευθυντή ενός από τα σημαντικότερα και πιο μεγάλα φεστιβάλ κινηματογράφου του κόσμου, τον Πίερς Χάντλινγκ, από το Τορόντο. Άτυχο παιδί μέσα στο ταλέντο του ο Λάνθιμος, στη χώρα που του έλαχε να ζει.

Άτυχο, γιατί εμείς στην Ελλάδα, από διεθνείς διαγωνισμούς, δεν καταλαβαίνουμε περισσότερα από τη Γιουροβίζιον. Μια μέρα μου έχει μείνει ακόμα στις Κάννες, και πραγματικά αρνούμαι μέσα μου να γυρίσω στο βλαχοχώρι της πατρίδας μου, αντιμέτωπος με την ολική αδιαφορία των συμπολιτών μου, απέναντι στο σημαντικότερο βραβείο που έχει πάρει σε διεθνές επίπεδο πολιτισμού, ελληνικό προϊόν, εδώ και καμιά δεκαετία. Θα ακουστεί λιγάκι μελό και τραβηγμένο, όμως ήταν τόσο ξαφνική η αναγγελία του ονόματος του Λάνθιμου, που αρχικά πάγωσα στη θέση μου και μετά άρχισα να κλαίω. Όχι από εθνική χαρά. 

Στα από τέτοια μου το έθνος. Προβολή έκανα πάνω στο παλληκάρι, όλων των ονείρων μου όταν ήμουν παιδί, να κάνω ταινία σε μια χώρα που δεν ενδιαφέρετα για μένα και τα όνειρά μου, προβολή της χαράς της δικιάς του και της μάνας του, των φίλων του και όσων τον πίστεψαν. Προβολή της ευκολίας με την οποία κι αυτό θα ξεχαστεί από τους αρμόδιους φορείς, και θα πρέπει να τρέξει ο όμορφος, κούρσα ταχύτητας ξανά για να βρει τα λεφτά της επόμενης ταινίας του γιατί είναι και ομορφούλης ο Λάνθιμος, και καλύτερο δεν έχεις από καλλιτέχνη που έχει φωτογένεια και στην ψυχή και στη μούρη. Κι ας μου μαύρισε την καρδιά όταν τέλειωσε η ταινία και  βγήκα από την αίθουσα με δύσπνοια. Αν το σινεμά, η τέχνη, δεν μπορεί να σου προκαλέσει έντονα συναισθήματα, τότε γιατί το κάνεις; Αντισυμβατικός, αλλά τεχνικά άψογος, προχωρημένος, αλλά αφηγηματικά συγκροτημένος, φοβιστικός αλλά δυσοίωνα χαριτωμένος,  φανταστικός αλλά προσγειωμένος στη γη, ο κινηματογράφος του Λάνθιμου, αδικείται από το να τον προσδιορίσεις ως ελληνικό. Και του αξίζουν τα καλύτερα. Πετάχτηκα στο Zanzibar, για ένα ποτό να κατευνάσω τη συγκίνηση.

Ο Αστερίξ στην πόρτα μου είπε ότι θέλει να κάνει σεξ μαζί μου. Του είπα «κι εγώ» κι έφυγα τρέχοντας. Κατέβηκα την Κρουαζέτ, παρακολουθώντας τους γλάρους, να πετάνε πάνω από τα φώτα των κλαμπ της παραλίας. Στην δημοτική πλαζ, ένας μαυρούλης είχε φτιάξει ένα πελώριο γλυπτό με βρεγμένη άμμο, το είχε στολίσει με κεράκια, και καθισμένος δίπλα του έπαιζε κάτι σαν ταμπούρλο με τα χέρια. Άρχισα μέσα μου να πλέκω μελωδία, πάνω στον ήχο του ταμπούρλου, κοιτάζοντας στο βάθος της θάλασσας τα φωτισμένα κότερα και παίρνοντας βαθιές ανάσες, από τον αέρα της θάλασσας, ανακατεμένο με την αμμωνία από τα κάτουρα των μεθυσμένων στο πεζοδρόμιο. Έκλεισα τα μάτια μου. Όλα είναι καλώς καμωμένα. Γαλήνεψα. Σ’ ευχαριστούμε Λάνθιμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: