Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ του Χιντέο Νακάτα


CHATROOM
Σκηνοθεσία: Χιντέο Νακάτα
Παίζουν: Άαρον Τζόνσον, Ίμοτζεν Πουτς, Μάθιου Μπέαρντ, Χάνα Μάρεϊ
Μεγάλη Βρετανία, 2010
Διάρκεια: 97’
Δεύτερη αγγλόφωνη δουλειά για τον αρκετά έμπειρο γιαπωνέζο σκηνοθέτη που οφείλει την φήμη του σχεδόν εξ ολοκλήρου στο πρώτο, θρυλικό «Ringu», το «Chatroom» βασίζεται σε ομώνυμο θεατρικό έργο του 2005, το οποίο διασκεύασε σε σενάριο ο ίδιος ο συγγραφέας του Έντα Γουόλς. Θέμα της ταινίας είναι το διαδίκτυο, και ειδικότερα οι διάφοροι χώροι επικοινωνίας και διαλόγου των νέων και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν σε αυτούς. Ο Νακάτα, μετά την ψυχρολουσία του «Ring II», προσπαθεί ντροπαλά και μουδιασμένα να επαναφέρει τη διεθνή του καριέρα στον ίσιο δρόμο, μπλέκεται όμως σε μια ιστορία ηθικοπλαστική, ενώ δείχνει παράλληλα να μην είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τον κυβερνοχώρο ούτε ο ίδιος, με αποτέλεσμα να φτιάξει μια ταινία που απευθύνεται θα λέγαμε σε ειδικό κοινό. Το ειδικό αυτό κοινό όμως δεν είναι οι αληθινοί φαν του διαδικτύου οι οποίοι περνούν μέρες ολόκληρες μπροστά σε μια οθόνη, όπως ίσως θα έπρεπε.

Στην πραγματικότητα η ταινία βρίσκει το ιδεώδες κοινό της στους εντελώς ανίδεους, στους γονείς που δεν έχουν καθίσει ποτέ τους μπροστά σε υπολογιστή και θέλουν να πάρουν μια γενική ιδέα για τους κινδύνους του διαδικτύου («a badly informed dad’s guide to the internet» χαρακτήρισε την ταινία το βρετανικό Empire), αλλά και σε παιδιά γυμνασιακής ηλικίας, τα οποία έχει τη δύναμη να συγκινήσει και να εξωθήσει σε γόνιμους προβληματισμούς. Αν τώρα είστε καθηγητής Λυκείου και το σκέφτεστε για προβολή στην τάξη, ξεχάστε το καλύτερα. Θα σας πουν ντεμοντέ και ότι τους βάζετε να δουν παιδιάστικες ταινίες. Δεν νομίζουμε ότι πείθει πάνω από δεκατετράχρονο. Βασικό εύρημα της ταινίας είναι η μεταφορική απεικόνιση των chatrooms σαν πραγματικά δωμάτια, των οποίων ο διάκοσμος εκφράζει την ψυχολογία των ενοίκων τους και όπου ομάδες νέων συναντιούνται για να συζητήσουν τα προσωπικά τους προβλήματα, αλλά και να διασκεδάσουν. Με τον τρόπο αυτό όλη η διαδικασία πληκτρολόγησης στην οθόνη μετατρέπεται σε ζωντανούς διαλόγους μέσα σε άκρως εξπρεσιονιστικά περιβάλλοντα, βγαλμένα θαρρεί κανείς από τον κόσμο της διαφήμισης.

Γενικά το χρώμα, τα σκηνικά και ορισμένα ευρηματικά στοιχεία του μοντάζ αποτελούν τα δυνατά στοιχεία της ταινίας. Έξυπνη και ατμοσφαιρική είναι επίσης και η απεικόνιση του πραγματικού κόσμου με μουντά χρώματα και αποχρώσεις του γκρίζου. Ειδικά κάποια πλάνα τυπικών βρετανικών δρόμων κάτω από συννεφιασμένο ουρανό μένουν χαραγμένα στη μνήμη. Από ‘κει και πέρα όμως οι διάλογοι είναι σχηματικοί και άνευροι, ενώ οι δραματικές συγκρούσεις των διαφόρων χαρακτήρων δεν αναπτύσσονται επαρκώς και παραμένουν επιφανειακές και αδιάφορες. Κάπως καλύτερα είναι τα πράγματα με τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος εμφανίζει μια στοιχειώδη πολυπλοκότητα ή μάλλον διπολικότητα θα λέγαμε, αν και ουσιαστικά δεν εξελίσσεται καθόλου σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Η ταινία εστιάζει σε ένα ευαίσθητο ζήτημα, που είναι η εξώθηση ευαίσθητων ανηλίκων με προβλήματα στην αυτοκτονία από κάποιους «καλοθελητές» που συχνάζουν στα σκοτεινά μονοπάτια του διαδικτύου.

Στο βαθμό που η ταινία προβληματίζει και ευαισθητοποιεί πάνω σε ένα πρόβλημα υπαρκτό – και έχουν χαθεί αρκετά παιδιά με τον τρόπο αυτό όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα – είναι αξιέπαινη. Και για ένα ενενηντάλεπτο στο σπίτι τ’ αξίζει τα λεφτά της. Αλλά μέχρι εκεί.

Άγγελος Γιάννου

Δεν υπάρχουν σχόλια: