Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΤΕΛΟΣ ΚΙ ΑΡΧΗ

EVERYTHING MUST GO

Σκηνοθεσία:  Dan Rush
Παίζουν: Will Ferrell, Rebecca Hall, Michael Peña, Christopher Jordan Wallace, Laura Dern.
ΗΠΑ, 2010. Διάρκεια: 97΄

Στο ξεκίνημα, ο ήρωας της ταινίας ονόματι Νικ, γύρω στα 45 με 50, ανώτερο στέλεχος εμπορικής εταιρείας, όχι μόνο χάνει ξαφνικά τη δουλειά του (αιτία – ή μήπως απλώς αφορμή; - το «πρόβλημά» του με το ποτό), αλλά διαπιστώνει ότι η γυναίκα του έχει πετάξει όλα τα προσωπικά του αντικείμενα στο γρασίδι της αυλής και έχει αλλάξει τις κλειδαριές του σπιτιού. Ο Νικ σπεύδει να προμηθευτεί μερικές εξάδες μπύρες για να συνέλθει, διαπιστώνει όμως ότι του έχουν μπλοκάρει και την πιστωτική κάρτα. Η απόλυτη κατάπτωση. Παρακάτω δεν πάει. Εν μια νυκτί άνεργος, άφραγκος και μόνος. Πώς αντιδρά ο Νικ; Ανίκανος να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί, αράζει στην αγαπημένη του πολυθρόνα στο γρασίδι πίνοντας μπύρες, και όταν η αστυνομία τον ενημερώνει ότι είναι παράνομο να παραμείνει εκεί, αποφασίζει, με τη βοήθεια του Κένι, ενός αφροαμερικάνου εφήβου που περιφέρεται στη γειτονιά με το ποδήλατό του, να διοργανώσει ένα πενταήμερο παζάρι για να πουλήσει όλα του τα υπάρχοντα. Αυτός ο «νεκρός» χρόνος, μεταξύ της κατάρρευσης της προηγούμενης ζωής ενός ανθρώπου και της έναρξης της (όποιας) νέας, είναι το θέμα της ταινίας. Όχι ακριβώς «Τέλος κι αρχή», αλλά η μεταξύ τους αιώρηση.

Η ταινία διαθέτει ένα σενάριο αρκετά φτωχό σε συμβάντα, εστιάζει ακριβώς σ’ αυτήν την αίσθηση του μετέωρου, στο συναίσθημα ενός ανθρώπου σε κατάσταση πραγματικής παράλυσης, ταυτόχρονα όμως εστιάζει σε κάποιες χαρακτηριστικές ανθρώπινες συναντήσεις. Η μια είναι με τον Κένι, που βγάζει από τον Νικ όλο το ανεπίδοτο πατρικό του ένστικτο. Ο Νικ διδάσκει στον Κένι δυο θεμελιακές αμερικανικές δραστηριότητες: πωλήσεις και μπέιζμπολ. Ο Κένι, όχι τυχαία μαύρος, συμβολίζει την ελπίδα για το αύριο του Αμερικανικού Ονείρου. Η άλλη συνάντηση είναι με την όμορφη έγκυο γειτόνισσα Σαμάνθα, η οποία είναι κι αυτή μόνη και περιμένει τον σύζυγό της να επιστρέψει από κάποιο απροσδιόριστο ταξίδι. Η Σαμάνθα αποτελεί επίσης μια ελπιδοφόρα μορφή, γιατί με τη ζεστασιά και την κατανόηση που χαρίζει στον Νικ, του δείχνει ότι δεν έχει χάσει την ικανότητά του να επικοινωνεί και να εμπνέει τους ανθρώπους γύρω του. Και εφόσον υπάρχει αυτό, «δεν έχουν χαθεί όλα», όπως του γράφει. Υπάρχει επίσης και η παλιά του θαυμάστρια από τα μαθητικά χρόνια, η Ντιλάιλα (η Λόρα Ντερν σε ρόλο γκεστ σταρ), η οποία του υπενθυμίζει ότι έχει «καλή καρδιά». Πού κατατείνουν όλ’ αυτά; Ότι παρά τις ατέλειες του κοινωνικοοικονομικού συστήματος (οι οποίες συμπυκνώνονται σε μεγάλο βαθμό στο πρόσωπο του διευθυντή του Νικ, με την αήθη και ανάλγητη συμπεριφορά του), ο δρόμος της προόδου και της προκοπής είναι πάντα ανοιχτός για όσους διαθέτουν τα απαραίτητα προσωπικά χαρίσματα (“what it takes”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται). Το δε παζάρι στη χλόη ανάγεται στο σύμβολο μιας κατεξοχήν αμερικανικής τέχνης, της τέχνης των πωλήσεων, τέχνη την οποία ο Νικ δείχνει να κατέχει αρκετά καλά.

Όλ’ αυτά όμως δεν βγαίνουν άμεσα, δεν αρθρώνονται ευθέως στην ταινία, παρά κινητοποιούνται μέσα από χαρακτηριστικές εικόνες που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε με την εύπορη μεσοαστική Αμερική (όπως το σκηνικό της suburbia με τις βίλες και τις αυλές με γρασίδι, τα προσωπικά αντικείμενα του Νικ, τα αυτοκίνητα), από τα χαρακτηριστικά ζεστά, κορεσμένα χρώματα, από τα τραγούδια, τους νεκρούς χρόνους που «ναρκώνουν» τον θεατή και τον ωθούν να ονειρευτεί. Σημαντικό ρόλο παίζει ακόμη η ερμηνεία του Γουίλ Φερέλ, που, παρότι εγκαταλείπει εδώ τους κωμικούς κώδικες με τους οποίους μας έχει γίνει δημοφιλής, διατηρεί έναν ανάλαφρο, αλλά όχι ρηχό, τόνο, καταφέρνοντας να ισορροπήσει τέλεια μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας. Συνολικά, μια καλή και ιδιόρρυθμη «αμερικανιά».

Δεν υπάρχουν σχόλια: