Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2007

Το Αρωμα



Ο σκηνοθέτης Tom Tykwer πραγματικά πέτυχε κάτι σημαντικό: κατόρθωσε να πάρει το πρωτότυπο, καλογραμμένο και αλληγορικό βιβλίο του Patrick Suskind, να αποστάξει την ουσία του και να τη φυλάξει μέσα σε ένα μπουκαλάκι.
Το οποίο όμως -δυστυχώς- κράτησε καλά κλεισμένο για τον εαυτό του..
Στους θεατές αποφάσισε να παρουσιάσει μόνο τα επιμέρους, τα δευτερεύοντα στοιχεία του υπέροχου βιβλίου και το αποτέλεσμα είναι μια αποστειρωμένη, «άοσμη» και εντέλει μάλλον αδιάφορη ταινία. Για όσους έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο (και είναι πολλοί παναθεμά τους), η μεταφορά του Τικβερ μπορεί να τους φανεί σχεδόν βάρβαρη. Βαρετή στο πρώτο μισό, προσπαθώντας να καλύψει τα κενά της αφήγησης με ενοχλητικό voice over, και στη συνέχεια μια προσθαφαίρεση στοιχείων του βιβλίου κατά βούληση –κατά την προσωπική μου γνώμη αφαίρεσε όλα τα ενδιαφέροντα κομμάτια και κράτησε έναν βασικό κορμό εικόνων που η μόνη τους ιδιότητα είναι οτι μεταφέρονται εύκολα στην οθόνη.
Ο κεντρικός ήρωας, Ζαν-Μπατιστ Γκρενουιγ, είναι μια προσωπικότητα περίεργη. Ιδιόμορφη. Ο ίδιος, δεν αναδίνει καμία προσωπική μυρωδιά -στην κυριολεξία. Δεν έχει προσωπικό στίγμα. Και γι’αυτό ο ίδιος νιώθει σχεδόν να στερείται προσωπικότητας. Διαθέτει όμως από την άλλη πλευρά ένα μοναδικό χάρισμα. Έχει την ισχυρότερη όσφρηση του κόσμου. Η εξωτερική πραγματικότητα του είναι αντιληπτή μόνο μέσα από μυρωδιές.
Έχοντας ζήσει μια ζωή «καταραμένη», επειδή πάντοτε γινόταν δεκτός με ασυνείδητο φόβο λόγω της απουσίας μυρωδιάς του, όταν αντιλαμβάνεται τη μοναδικότητα του χαρίσματός του, συνειδητοποιεί πως ο σκοπός της ζωής του είναι να αξιοποιήσει αυτό το χάρισμα, για να κατακτήσει τον κόσμο. Η κατάκτηση του κόσμου για τον Γκρενουιγ δεν σημαίνει πλούτη. Δεν σημαίνει εξουσία με την «παραδοσιακή» έννοια. Σημαίνει την απόλυτη αποδοχή, την αγάπη και την λατρεία προς το πρόσωπό του. Όλα αυτά που του είχαν στερήσει όλα αυτά τα χρόνια. Και έτσι, παρεμπιπτόντως, γίνεται δολοφόνος. Αυτό είναι το μέσο για να επιτύχει το σκοπό του. Και όχι, όπως κατάλαβε ο Τικβερ, ο ίδιος ο σκοπός της ζωής του (το έβαλε και στον τίτλο, για να είναι πιο πιασάρικος: «Η ιστορία ενός δολοφόνου»). Αυτή είναι -για μένα πάντα- η κεντρική ιδέα, η ουσία του βιβλίου και που μεταφέρεται στην ταινία μόνο ως θαμπό υπόβαθρο.
Από την άλλη πλευρά, οφείλω να ανγνωρίσω τις δυσκολίες της μεταφοράς ενός τόσο ιδιόμορφου βιβλίου στην οθόνη. Οι μυρωδιές εύκολα περιγράφονται με λέξεις. Δύσκολα όμως αποτυπώνονται στις φευγαλέες εικόνες του σελιλοιντ. Και η αλήθεια είναι πως σε σημεία αυτό ο Τικβερ το πετυχαίνει πολύ καλά, μέσα από έντονες εναλλασσόμενες εικόνες που σε κάνουν να νιώθεις πως πραγματικά μυρίζεις αυτά που βλέπεις. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό ακριβώς: μια καλή μεταφορά μεμονωμένων εικόνων του βιβλίου, με ωραία αναπαράσταση της εποχής (18ος αι.), πολύ καλό καστ (Dustin Hoffman και Αλαν Rickman στα πολύ καλά τους +bonus για της γυναικες ο πρωταγωνιστης Ben Whishaw), έχοντας ως κορμό το ενδιαφέρον στορυ μιας περίεργης προσωπικότητας. .

Και αυτά, δυστυχώς, είναι εξαιρετικά λίγα σε σχέση με αυτά που έγραψε ο Suskind.
Κρίμα. Και μόνο που σκέφτομαι πως ήθελαν να το μεταφέρουν στην οθόνη ο αείμνηστος Kubrick και ο Tim Burton..

Μαριαννα Ράντου

4 σχόλια:

pico είπε...

Είδα την ταινία, «Το Άρωμα», σε σκηνοθεσία, Tom Tykwer, με τους, Ben Whishaw, Dustin Hoffman, Alan Rickman και τη δεκαεξάχρονη, Rachel Hurd Wood, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ένα σκουπίδι, ανάμεσα στα σκουπίδια της ψαραγοράς, του Παρισιού, που γαντζώθηκε από τη ζωή, με μια αξιοθαύμαστη θέληση, ένα καλοκαιρινό πρωινό, του 1738, είναι ένας άνθρωπος, με δυο ιδιαίτερα χαρίσματα. Την απουσία, οποιασδήποτε σωματικής μυρωδιάς, που του επιτρέπει να περνά, από παντού, απαρατήρητος, βασικός όρος για την επιβίωσή του, στον σκληρό κόσμο των απόκληρων και την εξαιρετικά ευαίσθητη «μύτη» του, με την οποία, συλλαμβάνει και αποθηκεύει στη μνήμη του, όλες τις μυρωδιές που συναντά, το διαβατήριο, για την κοινωνική του ανέλιξη. Ξεκινά την επαγγελματική του σταδιοδρομία, στο βασίλειο των οσμών, από το εργαστήριο του Μπαλντίνι, στο Παρίσι, για να καταλήξει να γίνει, ο απόλυτος γητευτής, της μητρόπολης των αρωμάτων, Γκράς, ο κατασκευαστής του απόλυτου αρώματος «αγάπης», μερικές σταγόνες από το οποίο, μπορούν να ανατρέψουν, την υφιστάμενη τάξη του κόσμου. Μικρή, αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, το άρωμα προέρχεται, από δώδεκα δολοφονημένα κορίτσια, όλα, εξαιρετικής ομορφιάς.
«Το Άρωμα», μεταφορά στη μεγάλη οθόνη, του περίφημου βιβλίου του Patrick Suskind, που τάραξε τα νερά της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το 1985, είναι ένα ψυχολογικό θρίλλερ, με φιλοσοφικές προεκτάσεις και ιστορικές αναφορές, στην προεπαναστατική Γαλλία. Ο Γκρενούιγ είναι ένα σκουπίδι της κοινωνίας, που δεν γεύτηκε ποτέ την αγάπη και τη θαλπωρή. Η ψυχική του ανικανότητα, να αναγνωρίσει συναισθηματικά, οτιδήποτε, πέρα από μυρωδιές, σε συνδυασμό, με την υπονοούμενη, σωματική του ανικανότητα, να γευτεί τον έρωτα, τον ωθούν στο έγκλημα και τη μεγαλειώδη παραφροσύνη. Σκάβοντας πιο βαθιά, θα δούμε ότι ο Γκρενούιγ, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του συγγραφέα, στην αρχή του βιβλίου, είναι ένας λιμπερτίνος του 18ου αι., όπως ο αντίστοιχος, του 20ου αι., θα ήταν ένας υπαρξιστής. Η ελεύθερη πράξη του ατόμου, να δημιουργήσει τον εαυτό του και τον κόσμο, μαζί με αυτόν, αποτελούν έκφραση, της ουσίας του. Ο ενστερνισμός ενός αντικειμενικού συστήματος αξιών, συνιστά μια απόπειρα μετάθεσης της προσωπικής ελευθερίας, στον κόσμο των αντικειμένων. Η παθογένεια μιας τέτοιας φιλοσοφικής θεώρησης, βρίσκεται στην εγγενή ροπή της, προς τον υποκειμενισμό και τη χρησιμοθηρία, καθώς και στην αντικατάσταση της «συμπαθητικής» συνύπαρξης, με μια πράξη επιβολής, εφόσον, τα «αντικείμενα», δεν αντιμετωπίζονται πια, ως αυταξίες, αλλά ως αντικείμενα, προς χρήση.
Το σενάριο, που υπογράφεται από, τον Andrew Birkin, τον Bernd Eichinger, καθώς και τον ίδιο τον σκηνοθέτη, προσπαθεί να αποδώσει, καταβάλοντας φιλότιμες, είναι η αλήθεια, προσπάθειες, ένα δύσκολο, στην οπτική του αποτύπωση, βιβλίο, καθιστώντας ευκρινή, τα όρια της κινηματογραφικής τέχνης. Ο κινηματογράφος, περιγράφει ένα είδος ζωής, που συνδέεται στενά με τα υλικά φαινόμενα, από τα οποία προέρχεται, το συγκινησιακό και πνευματικό του περιεχόμενο. Αντίστοιχα το μυθιστόρημα, είναι ένα πνευματικό συνεχές, το οποίο, περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία, που ξεφεύγουν από τα όρια του κινηματογράφου, καθώς δεν έχουν, οπτικές αντιστοιχίες. (S. Kracauer, «Θεωρία του Κινηματογράφου»).
Ο συνσεναριογράφος και σκηνοθέτης, αναγνωρίζοντας αυτήν ακριβώς, την αδυναμία αντιστοιχίας, ψυχικών καταστάσεων και εικόνων, καταφεύγει, σε δυο βασικά τεχνάσματα αναπλήρωσης. Στην εκτενή χρήση, της voice over, αφηγηματικής τεχνικής και την υποβλητική μουσική επένδυση, κλειδί για την εισαγωγή του θεατή, στην «ατμόσφαιρα» της ταινίας. Είναι χαρακτηριστικό ό,τι στη σύνθεση των εξαιρετικών μουσικών θεμάτων, συμμετείχε, εκτός του Reinhold Heil και του Johnny Klimek και ο ίδιος, ο σκηνοθέτης. Ιδιαίτερα προσεγμένη η φωτογραφία, αναδεικνύει φυσικούς χώρους, χαρακτήρες και δημιουργούμενες εντάσεις. Παρόλα αυτά, υπάρχουν στιγμές που η ταινία χάνει το ρυθμό της και κουράζει το θεατή. Από τους ηθοποιούς, ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου, ο Alan Rickman, στο ρόλο, του πατέρα της Λορ και ο Dustin Hoffman, στο ρόλο, του Μπαλντίνι. Ο Γκρενούιγ, Ben Whishaw, δεν κατορθώνει να σωματοποιήσει επαρκώς, έναν, κατά βάση, βουβό ρόλο, αρκούμενος, σε ένα απλανές βλέμμα και επαναλαμβανόμενες συσπάσεις, των μυών του προσώπου.

Ανώνυμος είπε...

Είχα διαβάσει το βιβλίο στα 17 μου και, σαν έφηβος με φαντασία, δημιούργησα εικόνες στο μυαλό μου. Ε λοιπόν, μετά από δέκα χρόνια τις είδα σε ένα κινηματογράφο... Κοινώς, σοκ! Εχω την εντύπωση οτι είναι από τις καλύτερες μεταφορές βιβλίου σε μεγάλη οθόνη. Και, παρεπιπτόντως, εγώ μύρισα... -Βρε λες να ήμουν μόνο εγώ;...

Ανώνυμος είπε...

Μαριάννα είναι η μοίρα των ταινιών που αποτελούν μεταφορά βιβλίου, και δη διάσημου, να κρίνονται πάντα με μέτρο τη σχέση τους αυτή με το «πρωτότυπο». Όμως μια ταινία είναι πάνω απ’ όλα μια ταινία. Αυτόνομο έργο τέχνης – ή αυτόνομο «κείμενο», τέλος πάντων, για να το διατυπώσουμε λίγο πιο αποφορτισμένα. Άρα δικαιούται και να κριθεί ως τέτοιο. Και εγώ που τυχαίνει να μην έχω διαβάσει το βιβλίο μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι ο Τίκβερ τα καταφέρνει αρκετά καλύτερα απ’ ό,τι ισχυρίζεσαι. Η ταινία, βεβαίως, δεν απογειώνεται, γιατί ως κύριο μέλημα έχει να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια πληθώρα διαφορετικών και συχνά αλληλοαντικρουόμενων επιδιώξεων. Κοινώς, να ικανοποιήσει όλους κι από λίγο, χωρίς να απαιτείται να ενθουσιάσει κανέναν. Είναι μια φιλόδοξη υπερπαραγωγή με κύρια στόχευση τα ταμεία. Όπως και το «Αντιγράφοντας τον Μπετόβεν», το οποίο όμως βυθίζεται αύτανδρο…

marianna είπε...

εχεις δικιο, οφειλω να πω οτι η κριση μου εγινε βασικα σε συναρτηση με το βιβλιο-αδικο για τον κοσμο που δεν το εχει διαβασει και ισως και παραπλανητικο. Ομως απογοητευσε η μεταφορα (οπως ειναι προφανες!) και γι αυτο δεν μπορεσα να το δω αντικειμενικα. Στο τελος διατυπωνω παντως μια πιο συνολικη εικονα και αποκομμενη απο το βιβλιο οπου παραδεχομαι τις υπαρκτες κινηματογραφικες αρετες του, δεν μπορεις να πεις! Αλλα οπως λες κι εσυ ειναι μια παραγωγη που στοχευει στα ταμεια και θελει ικανοποιησει ολους απο λιγο. τελικα ετσι βγαινει κατι μετριο. ισως ειμαι λιγο πιο κακια αποσο πρεπει στην περιγραφη λογω των μεγαλυτερων προσδοκιων, αλλα τελικα μαλλον στο ιδιο συμπερασμα καταληγουμε..

για τον Μπετοβεν επιφυλασσομαι, δεν μπορεσα ακομα να παω. (...ο εξωστης αυτης της εβδομαδας με αποθαρρυνε -γκουχ γκουχ!)