Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

In Cannes...


61ο Φεστιβάλ των Καννών

Ημέρα 1 – Πέμπτη 15/5

Χαίρετε! Για άλλη μια χρονιά, ανταποκρίσεις από το φεστιβάλ των Καννών! Μετά από ταξίδι – οδύσσεια (ενός ξεριζωμένου), κατορθώσαμε να φτάσουμε στην πόλη που για 10 ημέρες γίνεται το κέντρο του (κινηματογραφικού) κόσμου. Η ώρα ήταν 01.30 το πρωί, οι πόρτες του ξενοδοχείου ήταν κλειστές και ο Γιάννης, ο Τέλλος και η Στέλλα δεν απαντούσαν στα κινητά τους: κοιμόντουσαν! Εντέλει, έγινε θαύμα και μπήκα μέσα και δεν κοιμήθηκα καταγής, όπως κάνουν πολλοί κλοσάρ στην πόλη, ιδίως κάτω από γέφυρες. Τόσος πλούτος και φαντασμαγορία από τη μια, τόσο φτώχεια και μιζέρια από την άλλη. Αυτά έγιναν Τετάρτη προς Πέμπτη...

Την Πέμπτη πήγαμε, βγάλαμε τη διαπίστευσή μας και είδαμε και την πρώτη μας ταινία. Τίτλος της: «Leonera» του Πάμπλο Τραπέρο (Διαγωνιστικό τμήμα). Στην Αργεντινο-Νοτιοκορεάτικη (;) αυτή συμπαραγωγή, όπου μεταξύ των παραγωγών είναι και ο Βάλτερ Σάλες, η υπόθεση θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Αμάρτησα για το παιδί μου» με μεσότιτλο: «Της φυλακής τα σίδερα κάνουν καλό σε όλες»! Μια κοπέλα ξυπνάει μια μέρα μέσα στα αίματα, πλένεται, πηγαίνει στη δουλειά της κι όταν επιστρέφει, βλέπει στο διαμέρισμά της δύο άντρες γυμνούς: ο ένας νεκρός και ο άλλος τραυματίας. Ο νεκρός, ήταν το αγόρι της. Ο άλλος ήταν ο εραστής του! Η ίδια δεν θυμάται και πολλά. Θα μπει φυλακή, όντας έγκυος. Θα γεννήσει. Θα δεθεί με το παιδί της. Και όταν η ευκατάστατη μητέρα της – που την είχε αφήσει με τον άρρωστο πατέρα της και είχε φύγει για Γαλλία, της πάρει το παιδί, η ίδια θα κάνει ότι μπορεί για να το πάρει πίσω... Ξεκινάει ως θρίλερ και μέχρις ενός σημείου, σε ιντριγκάρει η ταινία – βοηθάει και η παρουσία της γοητευτικής Μαρτίνα Γκούσμαν στον κεντρικό ρόλο. Μετά, όμως, πέφτει συνεχώς, γίνεται προβλέψιμη και σε σττιγμές πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται πως βλέπει ελληνικό μελόδραμα από τη δεκαετία του ‘60. Τον εραστή του νεκρού, σε μικρό ρόλο, υποδύεται ο Ροντρίγκο Σαντόρο (ξέρετε, ο Ξέρξης στους «300»). Μάλιστα, ο Τραπέρο αποφάσισε να γυρίσει κάτι σαν σίκουελ – τι θα κάνει η κοπέλα και το παιδιί της από τη στιγμή που ουσιαστικά το απαγάγει... Κρίμα – ο σκηνοθέτης είχε δείξει πολύ καλύτερα δείγματα στις προηγούμενες ταινίες του...

Δεύτερη ταινία: «Hunger» του Στιβ ΜακΚουίν – η ταινία που άνοιξε το τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Η ταινία διηγείται τις 6 τελευταίες εβδομάδες της ζωής του Μπόμπι Σαντς. Ποιος είναι ο Μπόμπι Σαντς; Ιρλανδός από το Μπέλφαστ, μέλος του IRA, ο οποίος το 1981 είχε συγκλονίσει τον κόσμο (αλλά όχι την Μάργκαρετ Θάτσερ...) με τον αγώνα του. Αρχικά, μαζί με τους συγκρατούμενούς του (ναι, είχε συλληφθεί από τους Βρετανούς), ξεκίνησαν αντίσταση κατά την οποία δεν πλένονταν, δεν ξυρίζονταν και δεν κουρεύονταν! Όταν ο αγώνας αυτός εγκαταλήφθηκε, ξεκίνησε, αυτός και άλλοι 75 φυλακισμένοι, απεργία πείνας. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος που πέθανε, μετά από 66 ημέρες... Ένας «συνηθισμένος» σκηνοθέτης θα περιέγραφε τα ούτως ή άλλως συγκλονιστικά γεγονότα, γραμμικά και ακαδημαϊκά: το θέμα δεν χρειάζεται φιοριτούρες. Ο πρωτοεμφανιζόμενος, όμως, ΜακΚουίν, δεν ενδιαφέρεται μόνον για αυτό: να «κοινωνήσει» δηλαδή την ιστορία. Τον ενδιαφέρει και ο τρόπος και η τεχνική. Πχ, στην πρώτη μισή ώρα της ταινίας ακούμε ελάχιστους διαλόγους. Μετά, στο μέσον της, έχουμε μία σκηνή όπου ο Σαντς συνομιλεί με έναν καθολικό παπά, η οποία διαρκεί 30 λεπτά με ακίνητη κάμερα, χωρίς μοντάζ (καταλαβαίνετε ότι μιλάμε για σπουδαίους ηθοποιούς). Αλλά και η οπτική γωνία που καταγράφει τα γεγονότα είναι παράξενη: εστιάζει στον Σαντς από το μέσον και μετά. Για πολύ ώρα εστιάζει στον αρχηγό των βασανιστών ή σε άλλους κρατουμένους. Έχει σκηνές όπου σε πρώτο πλάνο βλέπουμε κάτι και σε δεύτερο «κρύβεται» κάτι περισσότερο. Πχ, τα αντίστοιχα ΜΑΤ βαράνε τους κρατουμένους κι ένας νεαρός ματατζής, που δεν αντέχει, λυγίζει και σπάει, κρύβοντας τον εαυτό του πίσω από έναν τοίχο, χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι οι συνάδελφοί του... Και η αισθητική του σκηνοθέτη είναι απίστευτη: σε ένα πλάνο ο αρχιβασανιστής καπνίζει τσιγάρο στο προαύλιο της φυλακής, χιονίζει και μια νιφάδα χιονιού λιώνει στα ματωμένα (από τις γροθιές που δίνει) χέρια του. Εξαιρετική ταινία, σκληρή και αδυσώπητη, που προκαλεί αίσθηση...

Και συνεχίζουμε με πρόγραμμα της Πέμπτης λοιπόν…

Ο Τούρκος Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν είναι πάνω απ’ όλα ένας άριστος φωτογράφος. Στήνει κάδρα περισσής ομορφιάς, τα οποία πολλές φορές είναι δομημένα από πολύ απλά υλικά. Πχ, στη νέα του ταινία «Uc maymun» – Τρεις μαϊμούδες θα το μεταφράζαμε – (Διαγωνιστικό τμήμα), πέρα από το ότι «πιάνει» τη συννεφιασμένη Κωνσταντινούπολη εκπληκτικά, έχει σκηνές όπως πχ ένα ανοιχτό παράθυρο φτωχικού σπιτιού που «βλέπει» στη θάλασσα, συγκλονιστικές. Ή εκείνη της αρχής όπου ένα αμάξι που κινείται βραδιάτικα σε δρόμο με δέντρα, το ακολουθεί η κάμερα από κοντά, έως ότου η κάμερα σταματάει και βλέπουμε τα φώτα του αμαξιού καθώς απομακρύνεται, ως μια δέσμη φωτός που ρίχνεται πάνω στα δέντρα και διαρκώς μικραίνει. Άψογος! Από αισθητική, πιάνει μεγάλες επιδόσεις ο μπαγάσας. Το θέμα τώρα έχει ως εξής: επίδοξος βουλευτής χτυπάει βραδιάτικα με το αυτοκίνητό του έναν άνθρωπο. Θα πείσει τον πιστό οδηγό του να πάρει εκείνος την ευθύνη, να κάνει για λίγο φυλακή και ως αντάλλαγμα να του δώσει αρκετά χρήματα. Ο οδηγός δέχεται. Ο γιος του θέλει προκαταβολή για να πάρει αμάξι, η γυναίκα του πάει να τη ζητήσει από το βουλευτή και αναπτύσσει ερωτική σχέση μαζί του, ο οδηγός αποφυλακίζεται και καταλαβαίνει ότι κάτι πάει στραβά, ο γιος που πιάνει τη μάνα του «στα πράσα» σκοτώνει το βουλευτή και ο οδηγός πηγαίνει σε κάποιον ακόμα πιο φτωχό για να αναλάβει εκείνος την ευθύνη με αντάλλαγμα χρήματα… Οι τρεις ήρωες της οικογένειας είναι οι τρεις μαϊμούδες του τίτλου: δεν βλέπουν, δεν ακούνε, δεν μιλάνε. Αποφασίζουν, ο καθένας ξεχωριστά, να κρατήσει μια μικρή αναποδιά, μυστικό, γεγονός για τον εαυτό του. Όμως, τα μικρά οδηγούν αναπόφευκτα σε μεγάλα. Συνολικά, η ταινία υπολείπεται κατά τι από τα «Κλίματα αγάπης», την προηγούμενη ταινία του, όμως και πάλι ο Τούρκος μεγαλουργεί οπτικά, χρησιμοποιώντας μάλιστα ψηφιακή κάμερα. Με καταιγίδα ξεκινάει η ταινία, σε καταιγίδα τελειώνει, υπάρχει ανθρώπινη δυστυχία, όμως ο Τσεϊλάν αφήνει και απαραίτητες ανάσες χιούμορ, με το «σκυλάδικο» ρινγκ τόουν της μητέρας πχ. Και η ώριμη πρωταγωνίστρια, που φέρνει λίγο στην δική μας Κατερίνα Διδασκάλου (όπως επισήμανε ο φίλος Αλέξανδρος Λιζάρδος) είναι φοβερά ερωτική γυναίκα…

Επόμενο φιλμ, το «4 nights with Anna» του Γιέρζι Σκολιμόφσκι, με την οποία άνοιξε και το πρόγραμμα του «Δεκαπενθήμερου των Σκηνοθετών». 17 χρόνια είχε να φτιάξει ταινία ο Σκολιμόφσκι. Ο εξαιρετικός Πολωνός σκηνοθέτης, όταν βγήκε στη σκηνή για να παρουσιάσει αυτό το φιλμ, κέρδισε το κοινό με όσα έλεγε. Μεταξύ των άλλων, είπε πως μετά την προηγούμενη ταινία του, είχε ορκιστεί πως δεν θα φέρει στις Κάννες μια τόσο μέτρια ταινία. Του πήρε 17 χρόνια για να τα καταφέρει. Τελειώνοντας τη δήλωσή του είπε: «Θα ήθελα να πω στους φίλους μου: Επέστρεψα. Θα ήθελα να πω στους εχθρούς μου: Επέστρεψα!». Η ταινία του Σκολιμόφσκι είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Ο ήρωάς της είναι ένας μοναχικός επιστάτης που δουλεύει στο κρεματόριο ενός νοσοκομείου σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας. Λίγα χρόνια πριν, ήταν μάρτυρας του βιασμού της Άννας, για τον οποίο κατηγορήθηκε (ενώ ήταν αθώος) και φυλακίσθηκε – φυλακή στην οποία δεν πέρασε καθόλου καλά. Φροντίζει την άρρωστη μητέρα του και πλέον παρακολουθεί την Άννα η οποία πια έχει γίνει νοσοκόμα στο εν λόγω νοσοκομείο. Ο ήρωάς μας είναι ερωτευμένος μαζί της. Την παρακολουθεί όλη μέρα. Και τη νύχτα, μπαίνει στο διαμέρισμά της για να είναι κοντά της όσο εκείνη κοιμάται… Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Με στοιχεία από τη «Μικρή ερωτική ιστορία» του Κισλόφσκι (ο άντρας που παρακολουθεί από μακριά μια γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος) αλλά και το «3 iron» του Κιμ Κι Ντουκ (μπαίνει στο σπίτι της και προσπαθεί να διορθώσει χαλασμένα πράγματά της), το φιλμ είναι αρκούντως καλλιτεχνικό. Κι επειδή δεν ξεχωρίζεις εύκολα πότε ο σκηνοθέτης εστιάζει στο φιλμικό παρόν και πότε στο παρελθόν, λίγο δυσκολεύει τη θέαση από το μέσο θεατή. Η μουσική είναι εξαιρετική και μια σκηνή είναι απλά συγκλονιστική: ο ήρωας κόβει τον ξύλινο τοίχο του σπιτιού του για να μπορεί να βλέπει το αντικείμενο του πόθου του καλύτερα. Και οι άλλοι χτίζουν πέτρινο τοίχο ανάμεσά τους για να τους χωρίσουν…

Τελευταία ταινία που είδαμε την Πέμπτη ήταν το «Moscow, Belgium» του πρωτοεμφανιζόμενου Κριστόφ Βαν Ρομπέι (Εβδομάδα της Κριτικής). Η Μάτι είναι μια 40αρα υπάλληλος ταχυδρομείου στη Γάνδη, σε μια συνοικία που ονομάζεται «Μόσχα». Έχει τρία παιδιά ανήλικα: δυο κόρες και έναν γιο. Ο σύζυγός της την έχει πρόσφατα εγκαταλείψει για μια πιτσιρίκα μαθήτριά του: διδάσκει τέχνη. Η Μάτι κινείται σαν χαμένη: η όλη φάση της έχει στοιχίσει. Μια μέρα, στο πάρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, θα συγκρουστεί με ένα φορτηγό. Οδηγός του ο κατά 10 τουλάχιστον χρόνια μικρότερός της, Τζόνι. Οι δυο τους θα βριστούν, ο Τζόνι, όμως, εντέλει θα γουστάρει. Θα πολιορκήσει τη Μάτι και τελικά θα την «ρίξει». Η Μάτι είναι επιφυλακτική: θέλει να γυρίσει στην προηγούμενη, φυσιολογική ζωή της. Και τα πράγματα χειροτερεύουν όταν μαθαίνει ότι ο Τζόνι έχει πάει φυλακή, τρεις φορές, μεταξύ των άλλων επειδή έδειρε τη σύζυγό του. Τι θα επιλέξει; Να γυρίσει στον δοκιμασμένο σύζυγο ή να βιώσει τον έρωτα με τον Τζόνι; Στα φεστιβάλ, το να πέφτεις σε τέτοιες «κανονικές» ταινίες είναι και λίγο ευλογία. Όλο κουλτούρα, κουλτούρα, δεν αντέχεται βρε παιδιά! Αυτή η ταινία είναι μια κωμωδία με δραματικά στοιχεία, που διηγείται διακριτικά και χωρίς φανφάρες μια ανθρώπινη ιστορία. Βάλσαμο πραγματικά! Ότι έπρεπε για τελευταία νυχτερινή προβολή. Αν ήταν κάτι βαρύ, μάλλον θα τον… παίρναμε λιγάκι (τον ύπνο ντε, μπα σε καλό σας)…

Έτσι, ολοκληρώνουμε την ανταπόκρισή μας για την 2η μέρα, την Πέμπτη. Αύριο, Σάββατο, θα σας μιλήσουμε για τα τεκταινόμενα της Παρασκευής…

Over and out…

Θόδωρος Γιαχουστίδης

1 σχόλιο:

dimhap είπε...

ζηλεύωω