Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ του Xavier Giannoli

À L'ORIGINE

Σκηνοθεσία: Xavier Giannoli
Παίζουν: Francois Cluzet, Emmanuelle Devos, Gerard Depardieu, Soko, Vincent Rottiers
Γαλλία, 2009. Διάρκεια: 130΄

Ένα «λαβράκι» σας έχουμε γι’ αυτή τη βδομάδα, μια ταινία που δύσκολα τραβά την προσοχή κάποιου που περιδιαβάζει τα ράφια του βίντεο-κλαμπ ψάχνοντας κάτι για να περάσει την ώρα του, κι όμως αποτελεί στη σημερινή συγκυρία μια ταινία must-see, που ανταμείβει τον θεατή και με το παραπάνω.

Ο Πολ, ο ήρωας της ταινίας, που συστήνεται ως Φιλίπ Μιλέρ,  είναι ένας απατεώνας που μπλέκει σχεδόν άθελά του σε μια κομπίνα κατασκευής ενός τμήματος αυτοκινητοδρόμου που είχε εγκαταλειφθεί πριν μερικά χρόνια σε κάποια απόμακρη περιοχή της βόρειας Γαλλίας. Όταν διαπιστώνει ότι τοπικοί παράγοντες, που τον παιρνούν για εκπρόσωπο της πολυεθνικής που είχε αρχικά αναλάβει την κατασκευή, αρχίζουν να τον «λαδώνουν» προκειμένου να εξασφαλίσουν αναθέσεις επιμέρους προμηθειών και έργων στο νέο, μεγάλο και φιλόδοξο εργοτάξιο που ευελπιστούν ότι πρόκειται να στηθεί, ο Πολ αποδέχεται τον ρόλο του, και έτσι ξαφνικά, εντελώς εκ του μηδενός, ένα μεγάλο δημόσιο έργο αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά.

Η ταινία βασίζεται πάνω σε μια ιστορία προσωπικής εξαπάτησης, που μπορεί να θεωρηθεί εμβληματική της εν γένει απατηλότητας του σύγχρονου οικονομικού συστήματος, όπως τουλάχιστον το γνωρίσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια: Βασίζεται στην παραγωγή πλούτου, ενίοτε και αχρείαστου («πού οδηγεί ο δρόμος;» Ρωτάνε κάποια στιγμή τον Πολ από τα κεντρικά. «Δεν ξέρω. Πουθενά», είναι η απολύτως ταιριαχτή απάντηση), από αέρα κοπανιστό, από πίστωση, δηλαδή αποκλειστικά από την (καλή) πίστη των ανθρώπων. Ο Πολ, από την στιγμή που οι ντόπιοι, μέσα στην απελπισία τους να ξεφύγουν από την ανεργία, δέχονται να δουλέψουν τζάμπα και να πληρωθούν σε τρεις μήνες, αποκτά μια προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να χρηματοδοτεί ουσιαστικά τα πάντα χωρίς να πληρώνει τίποτα. Ακόμα και η τοπική τράπεζα είναι πρόθυμη να συμμετάσχει, εφόσον πρόκειται για έργο πολυεθνικής, που υπόσχεται άπλετα μελλοντικά κέρδη. («Και πώς δεν έχουμε ξανακούσει την εταιρεία σας;» ρωτάνε τον Πολ. «Ξέρετε πώς είναι αυτά. Ανοίγουν διαρκώς καινούριες θυγατρικές», είναι η απολύτως αναμενόμενη απάντησή του, την οποία είναι όλοι πρόθυμοι να πιστέψουν, καθότι κανείς πλέον δεν περιμένει να βγάλει νόημα από το οικονομικό σύστημα). Η μόνη πραγματική χρηματοδότηση που υπάρχει στο έργο είναι οι μίζες που εισπράττει ο Πολ. Η δε συνήθειά του να σιδερώνει τα χαρτονομίσματα των πενήντα και των εκατό ευρώ αποτελεί έναν χαρακτηριστικό συμβολισμό για μια οικονομία της οποίας το χρήμα έχει πλέον πάψει να «γυρίζει», να κυκλοφορεί στην πραγματική οικονομία (που ολοένα και συρρικνώνεται), παρά βασίζεται αποκλειστικά σε φρεσκοτυπωμένο, κολλαριστό χρήμα, που προέρχεται από τις τράπεζες και όχι από την αγορά. Το μόνο που όντως υπάρχει είναι ο μόχθος των ανθρώπων, η εργασία τους, η οποία και θα παράγει τελικά το σκοπούμενο προϊόν, και μάλιστα χωρίς καμιά ιδιαίτερη υποστήριξη σε επίπεδο τεχνογνωσίας ή τεχνολογίας. Ένας επιδέξιος, φιλότιμος και εργατικός ντόπιος εργοδηγός αρκεί. Οι μεγαλόσχημοι μηχανικοί και τα στελέχη με τα κοστούμια είναι μόνο για να εισπράττουν τις μίζες. Το εργοτάξιο, λοιπόν, σ’ αυτή την εσχατιά της άλλοτε ευημερούσας Γαλλίας, που τώρα μαστίζεται από την ανεργία και την αποβιομηχάνιση, αποτελεί το καταλληλότερο σύμβολο για ολόκληρο το οικονομικό μας σύστημα, ο δε Πολ, ένας περιφερόμενος απατεωνίσκος χωρίς προσωπική ζωή, τον κατεξοχήν εκπρόσωπό του.

Η ταινία είναι λίγο δύσκολη στη θέαση λόγω των χαμηλών της τόνων και της έμφασης στους εσωτερικούς χώρους και τα πρόσωπα, αλλά και της κάπως μεγάλης διάρκειάς της. Διαπρέπει στην ψυχολογική προσέγγιση (στάλα-στάλα βγαίνει από σκηνή σε σκηνή η βαθύτερη εσωτερική απελπισία του ανέστιου και ματαιωμένου Πολ, αλλά και η ανικανοποίητη ανάγκη για δοτική αγάπη της μοναχικής δημάρχου αυτής της απόμερης γωνιάς, με την οποία θα μπλέξει ο Πολ), αλλά δεν αποδίδει την ίδια έμφαση στην κοινωνική. Μια πιο επιβλητική και ευρύτερων διαστάσεων προσέγγιση θα βύθιζε ίσως λίγο βαθύτερα τον θεατή στη συμβολική διάσταση της ιστορίας και θα τον απελευθέρωνε από τα δεσμά ενός κάπως πεζού και περιοριστικού ρεαλισμού. Έστω κι έτσι, η ταινία διαθέτει ευαισθησία, οξυδέρκεια και συμβολική δύναμη.

Αγγελος Γιάννου φιλμ νουαρ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: