Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Day 1




The House of Mirth (Το σπίτι της ευθυμίας), σκθ. Terence Davies (αφιέρωμα Terence Davies)
Η πιο μεγαλεπήβολη και γνωστότερη, καθώς φαίνεται, παραγωγή του ανεξάρτητου βρετανού σκηνοθέτη Τέρενς Ντέιβις που φέτος μπαίνει στο μικροσκόπιο του ΦΚΘ, μας γυρίζει στη Νέα Υόρκη των αρχών του προηγούμενου αιώνα, στους ψιθύρους, τα σκάνδαλα και τα μυστικά της αδυσώπητης «υψηλής κοινωνίας» της εποχής. Στο κέντρο της ιστορίας η Λίλι Μπάρτ, μια όμορφη και σαγηνευτική γυναίκα που διατηρεί τη θέση της και το status της στους κύκλους των ευγενών με τη γοητεία και τους χειρισμούς της, παρά το ότι το αντιδραστικό της πνεύμα αρνείται να δεχτεί τους συμβιβασμούς που της επιβάλλονται. Οι χειρισμοί της όμως αποδεικνύονται τελικά λιγότερο επιδέξιοι απ’ όσο χρειάζεται και οι κινήσεις της περισσότερο βεβιασμένες και λιγότερο διορατικές απ’ όσο πίστευε η ίδια. Μέσα από μια σειρά λαθών και σκανδάλων, σπιλώνει (ακόμα περισσότερο) το όνομά της, στερείται το πέπλο της γοητείας της χάνοντας ταυτόχρονα και την πανοπλία της ισχύος της, και απομένει έτσι μια ρηχή, φοβισμένη φιγούρα, χωρίς κοινωνικές ή άλλες δεξιότητες, που σύντομα εξοστρακίζεται από την «υψηλή» κοινωνία, που δε δέχεται λάθη, παραστρατήματα και αδυναμίες. Πίσω από την τραγική ιστορία της λάμψης και της παρακμής, κρύβεται μια ακόμα τραγικότερη ιστορία δύο (αυτο)εγκλωβισμένων ανθρώπων και ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, που καταπιέστηκε και εντέλει θυσιάστηκε στο βωμό της κοινωνικής ανέλιξης. Σαν μια εικαστική αποτύπωση θεατρικής ανάγνωσης λογοτεχνικού κειμένου, με κάδρα που αποτυπώνουν εξαιρετικά την εποχή και ερμηνείες ιδιότυπα αποστασιοποιημένες.

Liverpool, σκθ. Lisandro Alonso (Μέρες Ανεξαρτησίας)
Μια μονότονη ρουτίνα σε ένα φορτηγό πλοίο. Μοναξιά, αυτοματοποιημένες κινήσεις. Όταν το «Λίβερπουλ» δέσει στο λιμάνι της Ουσουάια, ο Φάρελ θα ζητήσει να βγει στην ξηρά, γιατί εκεί βρίσκεται το χωριό τπου γεννήθηκε, και ζητά να επισκεφτεί τη μητέρα του. Μετά από τόσα χρόνια, η αυτοματοποιημένη καθημερινή ρουτίνα έχει αλλάξει, και σ’αυτό που κάποτε ονόμαζε σπίτι του δεν υπάρχει πια χώρος γι’ αυτόν. Δύο παράλληλες μοναξιές που ακόμα κι όταν συμπίπτουν δεν μπορούν να συνυπάρξουν, αφού η καθημερινότητα και ο χρόνος είναι οι πιο σκληροί εχθροί. Αργά πλάνα, μικρή εξέλιξη και αποτέλεσμα μάλλον περισσότερο κουραστικό απ’ ό,τι ενδιαφέρον.

The Exiles (Οι Εξόριστοι), σκθ. Κεντ ΜακΚένζι (Ειδικές Προβολές/Ημέρες Ανεξαρτησίας)
Στο περιθώριο της κοινωνίας κατ’ αποτέλεσμα ή κατ’επιλογή; Βρισκόμαστε στα 1950 και η κάμερα του ΜακΚένζι ακολουθεί μια παρέα αυτόχθονων αμερικανών, ινδιάνων, που έχουν αυτοεξοριστεί από τους καταυλισμούς τους και έχουν εγκατασταθεί στο Λος Άντζελες. Μέσα από τις κουβέντες των αληθινών πρωταγωνιστών του, ο σκηνοθέτης στήνει ένα ζωντανό ντοκιμαντέρ για την υποκουλτούρα που δημιουργείται, διατηρείται, ζει και αναπνέει στους ίδιους αλλά και ταυτόχρονα απόλυτα διαφοροποιημένους ρυθμούς από τους υπόλοιπους ανθρώπους, τους "λευκούς", σε μια ασυναίσθητη προσπάθεια να διατηρήσει τη διαφορετική ταυτότητα. Το μαυρόασπρο φιλμ και οι μουσικές της εποχής που ντύνουν ιδανικά το 24ωρο των πρωταγωνιστών κάνουν πιο ιδιαίτερη την αίσθηση της παρακολούθησης, ξεχωρίζοντας το φιλμ από το τυπικό ντοκιμαντέρ, μα η διήγηση παραμένει μέχρι τέλους αρκετά επιφανειακή, εξαντλώντας το θέμα νωρίτερα από τα 70 λεπτά της ταινίας.

Μαριάννα Ράντου


Τελετή Έναρξης - The Wrestler (Darren Aronofsky)

Από το πρώτο δευτερόλεπτο του Wrestler καταλαβαίνεις πως πρέπει να ξεχάσεις την αισθητική ματιά και τις τεχνικές του Aronofsky. Μία 80s οπτική καταφθάνει στην οθόνη, κάτι μάλλον λογικό για να τονίσει και την εποχή που οι Wrestlers ήταν και περισσότερο διάσημοι στο ευρύ κοινό. Η ταινία καταγράφει την εξέλιξη των παλαιστών του τότε σήμερα, και σύμφωνα με αυτή οι περισσότεροι αναγκάζονται να δίνουν αγώνες-παραστάσεις (σχεδόν πάντα συνεννοημένοι από πριν για το θέαμα που θα πουλήσουν) δοκιμάζοντας τις αντοχές του σώματος τους. Έστω και σικέ, οι αιματηρές μάχες στο ρινγκ είναι ιδιαίτερα επίπονες, ειδικά για τον πρωταγωνιστή που βρίσκεται σε δίλημμα για το αν πρέπει να προστατεύσει την υγεία του ή να συνεχίσει.

Τελειώνοντας το φιλμ δε ξέρεις αν σου κάνει μεγαλύτερη εντύπωση η αλλαγή πλεύσης του Aronofsky ή η ίδια καθαυτή η ταινία. Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά και πολλά που είναι γενικώς αναγνωρίσιμα από άλλες παρόμοιες.Το πιο ενδιαφέρον πάνω της είναι η επιλογή του πρωταγωνιστή και οι αναφορικές σχέσεις προς αυτόν. Ο ήρωας είναι ο Mickey Rourke.Μια αγαπημένη και λαοφιλής εικόνα του παρελθόντος που παρήκμασε και καταφέρνει εκεί που τον έχουν ξεγράψει όλοι να ζήσει νέες στιγμές επιτυχίας – κάτι που συμβαίνει και για τον Rourke με το Sin city και τώρα με το Wrestler. Αρκετά τολμηρή, για δεύτερη φορά φέτος, και η Marisa Tomei που παρά τα χρονάκια της δίνει μια ιδιαίτερα sexy ερμηνεία. Νομίζω πως μια επαναληπτική προβολή είναι ότι καλύτερο για μια πιο ψύχραιμη γνώμη για την ταινία – κάτι που μόνο ως πρόταση της δίνει πόντους προφανώς, για να μπορέσεις να καταλάβεις αν είδες τελικά ένα συνηθισμένο δράμα ή κάτι παραπάνω – πρόβάλλεται και πάλι τη Κυριακή στις 13.15.

Τάσος Μελεμενίδης



2 σχόλια:

alps είπε...

Προσωπικά συγκίνηθηκα τόσο με την μεταμόρφωση του Αρονόφοσκι, δείχνει έναν σκηνοθέτη που δεν βολεύεται σε μια μοναδική αφηγηματική οπτική. και ξετρελάθηκα με το λιτό παίξιμο του Μικι Ρουρκ. Είναι απίστευτο πως αυτός ο άνθρωπος μας φωνάζει πως είναι ακόμη εδώ!

BOSKO είπε...

...ζηλεύω!!!